Ήταν ο Ιησούς παντρεμένος; Ή μήπως χωρισμένος; Μια σύντομη επισκόπηση της αξίας των απόκρυφων Ευαγγελίων.

Το ερώτημα που τις τελευταίες ημέρες προβάλλεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έχει λάβει δυσανάλογη δημοσιότητα εν συγκρίσει με τη σπουδαιότητά του, όπως και συνήθως συμβαίνει με την νταν-μπραουνίστικη παραφιλολογία γύρω από τα απόκρυφα Ευαγγέλια και τη σημασία τους σε σχέση με τα τέσσερα «κανονικά» (δηλαδή του Κανόνα). Το ζήτημα ακόμα και από την πλέον ορθολογιστική οπτική έχει μια κάποια ελαφρότητα, ωστόσο ενέδωσα στον πειρασμό να κάνω ορισμένα σύντομα σχόλια λόγω του  ενδιαφέροντος που έχουν εκδηλώσει πολλοί αναγνώστες για αυτό το νέο σπάραγμα παπύρου που, αν είναι γνήσιο, αποτελεί μία ακόμη μαρτυρία όχι για την οικογενειακή κατάσταση του Ιησού αλλά για κάποιες απόψεις που υπήρχαν αιώνες μετά τον θάνατό του. Με αυτή την αφορμή θα ειπωθούν ορισμένα βασικά πράγματα που γενικά εφαρμόζονται στα λεγόμενα «απόκρυφα Ευαγγέλια» και είναι χρήσιμα σε όσους δεν είχαν την ευκαιρία να ασχοληθούν κάπως βαθύτερα με την ιστορία του χριστιανισμού.

Ξεκινώντας λοιπόν από το  σπάραγμα περί ου ο λόγος, μπορείτε να βρείτε αρθογραφία στην ανάρτηση της καθηγήτριας του ΑΠΘ Αικ. Τσαλαμπούνη,[1] ενώ αξίζει να αναφερθεί πως ήδη αμφισβητείται η γνησιότητά του.[2] Και μόνο από το γεγονός ότι η γλωσσολογική, ιστορική και παλαιογραφική μελέτη του σπαράγματος έχει μόλις ξεκινήσει, καθίσταται αδικαιολόγητος ο σχετικός δημοσιογραφικός σαματάς.

Τι θα άλλαζε, όμως, στην άποψή μας για τον Ιησού αν ο πάπυρος αποδεικνυόταν όντως μια κοπτική μετάφραση του 4ου αιώνα από κάποιο ελληνικό κείμενο του 2ου αιώνα, όπως υποτίθεται ότι είναι; Και για να το διευρύνουμε το θέμα, τι μας αποκαλύπτουν για τον Ιησού εν γένει τα απόκρυφα Ευαγγέλια;

Σύμφωνα με την νταν-μπραουνίστικη μυθιστορία, η αληθινή ζωή του Ιησού υπάρχει σε κάποια απόκρυφα Ευαγγέλια που προσπάθησε να καταστρέψει η Εκκλησία τον 4ο αιώνα, επινοώντας και επιβάλλοντας διά της βίας τα τέσσερα γνωστά Ευαγγέλια και ίσως και τα υπόλοιπα 23 βιβλία του κανόνα της Καινής Διαθήκης. Έτσι, ένα σπάραγμα με τη «γυναίκα του Ιησού» υποτίθεται ότι φωτίζει ένα σκοτεινό κομμάτι της ιστορίας.

ἀλλ’ ὃς ἐὰν θέλῃ ἐν ὑμῖν μέγας γενέσθαι ἔσται ὑμῶν διάκονος, καὶ ὃς ἂν θέλῃ ἐν ὑμῖν εἶναι πρῶτος ἔσται ὑμῶν δοῦλος· ὥσπερ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.

Ωστόσο, τα επιστημονικά στοιχεία διαψεύδουν ολοσχερώς αυτή τη συνομωσιολογία. Αν και είναι αλήθεια πως πολλοί «χριστιανοί» του 4ου αιώνα είχαν αρχίσει να εισρέουν στην αυτοκρατορική αυλή παίζοντας διάφορα πολιτικά παιχνίδια, μη περιοριζόμενοι στην πειθώ του κηρύγματος για την επικράτησή τους, η ιστορία της καθιέρωσης του κανόνα της Καινής Διαθήκης και των πληροφοριών που περιέχουν τα τέσσερα Ευαγγέλια για τη ζωή του Ιησού δεν έχει σχέση με αυτή την πτυχή του χριστιανισμού. Αντί η γνωστή μας Καινή Διαθήκη να εξυπηρετεί την πολιτική που επικράτησε στην Εκκλησία, ώστε η ύπαρξή της να θεωρηθεί προϊόν προπαγάνδας, πολλές φορές την εκθέτει, και μέχρι σήμερα ουκ ολίγοι άθρησκοι και άθεοι έχουν να λένε για την αναντιστοιχία μεταξύ της ζωής και των διδασκαλιών του Ιησού Χριστού και πολλών θρησκευτικών ηγετών που έζησαν και ζούνε σε Ανατολή και Δύση. Αν η Καινή Διαθήκη αναγνωρίστηκε επίσημα από τις Οικουμενικές Συνόδους, αυτό δεν έγινε λόγω κάποιου πολιτικού σχεδιασμού για την προώθηση της τότε τάξης πραγμάτων στη σχέση Εκκλησίας-Αυτοκρατορίας, αλλά λόγω της δυναμικής και οικουμενικής παρουσίας των βιβλίων της Καινής Διαθήκης στην παράδοση του χριστιανισμού ήδη από το ξεκίνημά του. Καθοριστικός παράγοντας σε αυτή τη δυναμική παρουσία ήταν η τακτική δημόσια ανάγνωση των αναγνωρισμένων κειμένων στις συνάξεις των απανταχού χριστιανών, κατά το πρότυπο της ιουδαϊκής συναγωγής.

Η ευρεία χρήση των γνωστών μας 27 βιβλίων της Καινής Διαθήκης αποδεικνύεται από τις πάμπολλες αναφορές στα έργα των εκκλησιαστικών συγγραφέων ήδη από τις αρχές του 2ου αιώνα, καθώς και από τα πολυάριθμα σπαράγματα παπύρων και περγαμηνών που μάλιστα χρονολογικά αγγίζουν τα αυτόγραφα κείμενα. Το γλωσσικό ιδίωμα της Καινής Διαθήκης ολοφάνερα μαρτυρεί το εβραϊκό/αραμαϊκό υπόβαθρο. Οι αντιλήψεις της Καινής Διαθήκης βρίσκονται σε αξιοθαύμαστη αρμονία με τις Εβραϊκές Γραφές και κρατούν σαφείς αποστάσεις από τον εξελληνισμένο ιουδαϊσμό, υποδεικνύοντας γεωγραφικά το περιβάλλον του παλαιστινιακού ιουδαϊσμού που υφίστατο πριν από την καταστροφή του Ναού το 70 μ.Χ. Οι ακριβέστατες ιστορικές αναφορές της Καινής Διαθήκης δεν μπορούν παρά να αποδοθούν σε αυτόπτες μάρτυρες των γεγονότων. Οι καταγεγραμμένες διδασκαλίες του Ιησού από τη Ναζαρέτ, με την απαράμιλλη δύναμή τους και τη διαχρονική και διεθνή απήχησή τους, φέρουν τη σφραγίδα της αυθεντικότητας . Με όλους αυτούς τους τρόπους αδιαμφισβήτητα αποδεικνύεται ότι η Καινή Διαθήκη είναι ό,τι καλύτερο διαθέτουμε για τη ζωή και τη διδασκαλία του Ιησού Χριστού.

Τι θα πούμε όμως για τα απόκρυφα Ευαγγέλια; Τα εν λόγω Ευαγγέλια, που είναι γύρω στα 50, απέχουν με όλους τους ανωτέρω τρόπους από τη ζωή του Ιησού. Κατ’ αρχάς, απέχουν χρονικά, όντας έργα που άρχισαν να πρωτογράφονται τον 2ο αιώνα. Απέχουν γεωγραφικά, διότι γράφτηκαν κυρίως στην Αίγυπτο, όπως φανερώνει η αρχαιολογία και η γλώσσα τους. Απέχουν ιδεολογικά, διότι είναι ως επί το πλείστον προϊόντα του γνωστικού και ελληνιστικού θρησκευτικού περιβάλλοντος που επικρατούσε στην Αίγυπτο. Εύκολα αποδεικνύεται ότι αποτελούν είτε κακέκτυπα είτε ριζικές αναθεωρήσεις των ήδη υπαρχόντων Ευαγγελίων. Είναι ιστορίες από δεύτερο χέρι από όσους δεν ικανοποιούνταν ή διαφωνούσαν με τα υπάρχοντα Ευαγγέλια, όντας γοητευμένοι από τον μυστικισμό, τη διανόηση, τις δεισιδαιμονίες της Αλεξάνδρειας ή γενικότερα του ελληνιστικού κόσμου. Αντί λοιπόν να προσπαθούν τα κανονικά Ευαγγέλια να καπελώσουν τα απόκρυφα, στην πραγματικότητα πήγε να γίνει το ακριβώς αντίθετο.

Πολλές δημοφιλείς ιστορίες για τη ζωή του Ιησού προέρχονται από τα απόκρυφα Ευαγγέλια

Καμία άποψη από τέτοια έργα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί με αξιώσεις τις αφηγήσεις των τεσσάρων Ευαγγελίων για τη ζωή του Ιησού. Αυτό που μπορούν όντως να κάνουν τούτα τα έργα είναι να προσθέσουν μερικά κομμάτια στο ιστορικό παζλ της μετάλλαξης των χριστιανικών δοξασιών από τον δεύτερο αιώνα και μετά.[3] Στην πραγματικότητα, ο χριστιανισμός που επικράτησε οφείλει αρκετά στοιχεία στο αιγυπτιακό θρησκευτικό κράμα, όντας μάλιστα σε μεγάλο βαθμό επίγονος του εξελληνισμένου/αλεξανδρινού παρά του βιβλικού/παλαιστινιακού ιουδαϊσμού, με την κατηχητική Σχολή της Αλεξάνδρειας να αποκτά τα σκήπτρα στη θεολογική σκέψη μετά τα τέλη του 2ου αιώνα.

Αν λοιπόν πιστεύετε ότι η Μαρία παντρεύτηκε κάποιον ηλικιωμένο Ιωσήφ με τον οποίο δεν είχε ποτέ σεξουαλικές σχέσεις, ότι ο Ιησούς γεννήθηκε σε σπηλιά, ότι είναι γνωστά τα ονόματα των μάγων που τον επισκέφτηκαν στη φάτνη ή ότι ο Ιησούς βαφτίστηκε στις 6 Ιανουαρίου, ίσως χρειαστεί να αναθεωρήσετε αν μάθετε πως αυτές οι απόψεις πρωτοεμφανίστηκαν στα… απόκρυφα Ευαγγέλια.[4]

.
Ενδεικτική ελληνόγλωσση βιβλιογραφία
.
Bruce F.F., Τα κείμενα της Καινής Διαθήκης είναι άραγε αξιόπιστα;, Πέργαμος, 2000.
Αγουρίδης Σάββας, Χριστιανικός Γνωστικισμός: Τα κοπτικά κείμενα του Nag Hammadi στην Αίγυπτο, Κέντρο βιβλικών Μελετών «Άρτος Ζωής», 1989 .
Καραβιδόπουλος Ιωάννης, Απόκρυφα Χριστιανικά Κείμενα. Απόκρυφα Ευαγγέλια, 2 τόμοι, Πουρναράς, 1999-2004.
Παπαδόπουλος Στυλιανός, Πατρολογία, 3 τόμοι,  Αθήνα, 1977-2011.
«Τα Ευαγγέλια—Η Αντιλογία Συνεχίζεται», Η Σκοπιά, Watch Tower Bible and Track Society, τεύχος 15/5 2000, σελ. 3-9.
.
.

One thought on “Ήταν ο Ιησούς παντρεμένος; Ή μήπως χωρισμένος; Μια σύντομη επισκόπηση της αξίας των απόκρυφων Ευαγγελίων.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s