Νέα από το διαδίκτυο 1

Είναι αλήθεια ότι ο ρυθμός εκπόνησης νέων άρθρων έχει πέσει κατακόρυφα, παρότι βρίσκονται στα σκαριά αρκετά. Οι αυξημένες επαγγελματικές υποχρεώσεις με έχουν αναγκάσει να μειώσω τον χρόνο που αφιέρωνα στο παρελθόν, ελπίζω προσωρινά. Εντούτοις, όχι σπάνια τυγχάνει να διαβάζω αξιόλογα επιστημονικά άρθρα που συνδέονται με τη θεματολογία του παρόντος ιστολογίου, οπότε έκρινα πρακτικό να σας ενημερώνω.

Ένα άρθρο σχετικό με την αξία της Αγίας Γραφής είναι αυτό της παλαιοδιαθηκολόγου Μυρτώς Θεοχάρους με τίτλο Ο «Απειθής» Νόμος του Δευτερονομίου. Εν προκειμένω τεκμηριώνεται η ανωτερότητα του Μωσαϊκού Νόμου έναντι των νόμων των γειτονικών λαών ως προς την προστασία της ζωής και της αξιοπρέπειας των μεταναστών. Στο τι συνίστατο η απείθεια του Μωσαϊκού Νόμου και σε τι οφειλόταν θα σας αφήσω να το ανακαλύψετε μόνοι σας, και αξίζει γιατί η απάντηση είναι πολύ ενδιαφέρουσα.

Όπως συνήθως γίνεται τέτοιες μέρες, στον ιστότοπο της Biblical Archeology Society δημοσιεύτηκε άρθρο για τα την εξιστόρηση της γέννησης του Ιησού Χριστού στα Απόκρυφα Ευαγγέλια και για τον ρόλο που αυτή έπαιξε στις εικόνες που έχουν πολλοί στο μυαλό τους σήμερα για τη γέννηση του Ιησού: Christmas Stories in Christian Apocrypha.

Advertisements

Η μετάφραση του εδαφίου Αποκάλυψη 1:10 και η σημασία της «κυριακής ημέρας»

«Εγενόμην εν πνεύματι εν τη κυριακή ημέρα»

Το εν λόγω εδάφιο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον λόγω της φράσης «κυριακή ημέρα». Οι ερμηνείες που έχουν κατά καιρούς δοθεί για τη σημασία της είναι τουλάχιστον τρεις: (1) η πρώτη ημέρα της εβδομάδας, αφιερωμένη στη χριστιανική λατρεία, (2) η επέτειος της Ανάστασης του Κυρίου και (3) η εσχατολογική ημέρα του Κυρίου, όπου ο Χριστός αναλαμβάνει δράση ως Κριτής. Τούτη η διαφωνία ουσιαστικά σχετίζεται με ένα διπλό γεγονός, ότι αφενός η φράση αυτή δεν απαντά πουθενά αλλού στη Γραφή και αφετέρου απαντά στην πρώιμη μεταβιβλική γραμματεία, χωρίς όμως απουσία νέων ερμηνευτικών προβλημάτων, όπως θα εξηγήσουμε σε λίγο. Ανάλογα με την ερμηνεία που θα δεχτεί κανείς για την «κυριακή ημέρα», θα πρέπει να ερμηνεύσει και τη σημασία του ρήματος «εγενόμην», της επιρρηματικής φράσης «εν πνεύματι» και, τελικά, τη σύνταξη ολόκληρης της πρότασης.

Η πρώτη ημέρα της εβδομάδας;

Η κλασική ερμηνεία λέει ότι εν προκειμένω γίνεται αναφορά στην πρώτη ημέρα της εβδομάδας ως Κυριακή και η μετάφραση του εδαφίου είναι κάπως έτσι:

«Ήλθον εις πνευμαστικήν έκστασιν κατά την Κυριακήν ημέραν».—Μετάφραση Χαστούπη-Λούβαρι[1].

Την κλασική ερμηνεία υιοθετεί και σχολιάζει το γνωστό προτεσταντικό έργο The International Standard Bible Encyclopedia:

«Η φράση “κυριακή ημέρα”, που απαντά μόνο σε χριστιανικές πηγές, πρωτοεμφανίζεται στο εδάφιο Απ. 1:10 ως περιγραφή της πρώτης ημέρας της εβδομάδας. Δεν πρέπει να συγχέεται με την εσχατολογική “ημέρα του Κυρίου”. Η πιο ευλογοφανής εξήγηση του όρου είναι ότι προέρχεται από την παράλληλη φράση “κυριακόν δείπνον” (1 Κορ. 11:20), εφόσον οι πρώτοι χριστιανοί συγκεντρώνονταν την πρώτη ημέρα της εβδομάδας για να εορτάσουν αυτό το γεύμα στο αποκορύφωμα της συλλογικής λατρείας τους. Στα εδάφια Πράξεις 20:7-11 διαβάζουμε μια αφήγηση σχετικά με μία από τις πρώτες (τέλη της δεκαετίας του 50) λειτουργίες της κυριακής ημέρας, που αρχίζει με τα λόγια “την πρώτη μέρα της εβδομάδας, όταν συγκεντρωθήκαμε για να σπάσουμε το ψωμί”. […] Η λατρεία των χριστιανών κατά την πρώτη ημέρα όχι του μήνα αλλά της εβδομάδας δείχνει ότι η Εκκλησία, ως “νέος Ισραήλ”, αποδέχτηκε τον σαββατικό ρυθμό του χρόνου που αποκαλύφθηκε στον Ισραήλ μέσω του Μωυσή»[2].

Μολονότι αυτή η άποψη είναι αρχαία και εξαιρετικά δημοφιλής, παρουσιάζει σοβαρότατες αδυναμίες. Ας τις εξετάσουμε μία προς μία.

Πρώτον, η χρήση του επιθέτου «κυριακή» σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύει συσχετισμό με το δείπνο του Κυρίου, ακριβώς όπως το εν λόγω επίθετο στις φράσεις «κυριακός λόγος», «κυριακή εντολή», «κυριακή οδός» και άλλες παρόμοιες, που εμφανίζονται συχνά στη μεταβιβλική εκκλησιαστική γραμματεία, σημαίνει απλώς «του Κυρίου» και όχι απαραίτητα κάτι σχετιζόμενο συγκεκριμένα με το «κυριακόν δείπνον»[3]· στην πραγματικότητα,  ο όρος «κυριακός» απλώς μαρτυρεί την πλαστικότητα της ελληνικής γλώσσας ως προς τον σχηματισμό επιθέτων[4].

Δεύτερον, στο εδάφιο Πράξεις 20:7 γίνεται λόγος για «μία των σαββάτων», δηλαδή «πρώτη ημέρα μετά το Σάββατο», και όχι για «κυριακή». Αυτό σίγουρα δείχνει ότι την εποχή του Παύλου δεν υφίστατο η ονομασία της «κυριακής» για την πρώτη ημέρα της εβδομάδας. Πέρα όμως από εκείνη τη χρήση, που είναι και η καθιερωμένη ιουδαϊκή για την ονομασία των ημερών της εβδομάδας, ακόμη και στα γραπτά του Ιωάννη, που χρονολογούνται την ίδια περίοδο με την Αποκάλυψη ή λίγο αργότερα, εξακολουθεί να χρησιμοποιείται η ίδια έκφραση και όχι η «κυριακή». (Ματθαίος 28:1· Μάρκος 16:2· Λουκάς 24:1· Ιωάννης 20:1· Πράξεις 20:7· 1 Κορινθίους 16:2) Συνεπώς, ο τρόπος που ονομάζεται η πρώτη ημέρα της εβδομάδας στην Καινή Διαθήκη, και ιδιαίτερα στα συγγράμματα του Ιωάννη, αποδυναμώνουν σημαντικά το ενδεχόμενο η «κυριακή ημέρα» της Αποκάλυψης να αναφέρεται στην πρώτη ημέρα της εβδομάδας.

Τρίτον, η «κλάσις του άρτου», που αναφέρεται στο εδάφιο Πράξεις 20:7, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αποδειχτεί ότι σημαίνει απαραίτητα το «κυριακόν δείπνον». Η φράση αυτή χρησιμοποιείται σε διάφορα περιστατικά εντελώς άσχετα με το Κυριακό Δείπνο, στα οποία απλώς τηρείται το ιουδαϊκό έθιμο να ξεκινά το γεύμα με το σπάσιμο του ψωμιού[5]. (Ματθαίος 14:19· 15:36· Μάρκος 6:41· 8:6· Λουκάς 9:16) Λαμβάνοντας υπόψη αυτό το έθιμο, το Theological Dictionary of the New Testament, αν και συσχετίζει το εδάφιο Πράξεις 20:7 με το Δείπνο του Κυρίου, παραδέχεται ότι η «κλάσις του άρτου» κατά βάση δηλώνει «ένα κοινό γεύμα μέσω περιγραφής της εναρκτήριας πράξης»[6]. Την ίδια στάση τηρεί και ο φημισμένος καινοδιαθηκολόγος και λεξικογράφος Α.Τ. Robertson, καθώς τονίζει ότι η ταύτιση της «κλάσεως του άρτου» με τη θεία ευχαριστία αποτελεί «διαστρέβλωση της απλής σημασίας των λέξεων» και καταλήγει, σχολιάζοντας τα εδάφια Πράξεις 2:42 και 20:7, στο ότι «ίσως δεν υπάρχει τρόπος να δοθεί οριστική λύση» στο ερώτημα αν η «κλάσις του άρτου» αναφέρεται όντως στο Δείπνο του Κυρίου ή σε κάποιο απλό γεύμα[7]. Παρόμοια, στον σχολιασμό του Πράξεις 20:7, λέει το Expositors Bible Commentary ότι, αν και ο Λουκάς χρησιμοποίησε την έκφραση «κλάσις του άρτου» στην περίπτωση του Κυριακού Δείπνου (Λουκάς 22:19), «αλλού τη χρησιμοποιεί για το καθημερινό γεύμα (βλ. Λουκάς 24:30, 35· Πράξεις 20:11· 27:35) και φαίνεται ότι αυτή είναι απλώς η σημασία της φράσης ακόμη και στο 2:46»[8]. Άρα γλωσσικά δεν μπορεί να αποδειχτεί ότι το Πράξεις 20:7 αναφέρεται σε κάποιο θρησκευτικό έθιμο που ξεχώριζε την πρώτη ημέρα της εβδομάδας.

Τέλος, εκτός από το ζήτημα της ορολογίας υπάρχει και ένας σοβαρός ερμηνευτικός λόγος που λογικά αποκλείει την περίπτωση να σχετίζεται το εδάφιο με μια εθιμοτυπικώς ξεχωρισμένη ημέρα λατρείας, όπου μάλιστα αναφέρεται και ο απόστολος Παύλος. Γιατί; Όπως διαβάσαμε παραπάνω, το να προσδοθεί στην πρώτη ημέρα της εβδομάδας ιδιαίτερη θρησκευτική σημασία ουσιαστικά θα σήμαινε υιοθέτηση του «σαββατικού ρυθμού του χρόνου». Εντούτοις, ένα τέτοιο έθιμο προφανώς θα έβρισκε ιδιαίτερα αντίθετο τον απόστολο Παύλο, όπως εύκολα μπορεί κανείς να διαπιστώσει από τις περικοπές Γαλάτες 4:10, 11 και  Κολοσσαείς 2:13-23. Εκεί ο Παύλος καταδικάζει το ότι μερικοί χριστιανοί εξακολουθούσαν να προσδίδουν θρησκευτική σπουδαιότητα σε συγκεκριμένες ημέρες της εβδομάδας κατά τα ιουδαϊκά έθιμα. Η συμβουλή του Παύλου προς αυτούς δεν ήταν να αντικαταστήσουν τα ιουδαϊκά έθιμα με χριστιανικά, λόγου χάρη να γιορτάζουν την πρώτη ημέρα αντί για το Σάββατο, αλλά να μην έχουν καθόλου τέτοιου είδους έθιμα διότι είναι αντίθετα με την πνευματικότητα και την ουσία του χριστιανισμού.

Ο Παύλος καταδίκασε τόσο την τήρηση του Σαββάτου όσο και γενικά την απόδοση θρησκευτικής αξίας σε συγκεκριμένες ημέρες

Όπως επιβεβαιώνει το αποστολικό κύρος του Πέτρου, οι επιστολές του Παύλου θεωρούνταν θεόπνευστη «γραφή» ήδη από τότε και, επομένως, είναι εξίσου απίθανο ο Ιωάννης να είχε διαφορετική άποψη από τον Παύλο. (2 Πέτρου 3:15, 16) Εχόντων έτσι των πραγμάτων, όχι απλώς δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία από την Καινή Διαθήκη για να υποστηριχθεί ότι στην Αποκάλυψη η «κυριακή ημέρα» είναι τάχα η πρώτη ημέρα της εβδομάδας που είχε αποκτήσει ιδιαίτερη θρησκευτική σημασία για τους χριστιανούς, αλλά είναι βάσιμο να θεωρήσει κανείς ότι οι βιβλικές αποδείξεις αποκλείουν αυτή την ερμηνεία. Στην πραγματικότητα, η ταύτιση της «κυριακής ημέρας» με την πρώτη ημέρα της εβδομάδας για τη λατρεία των χριστιανών βασίζεται σε μεταγενέστερες μαρτυρίες.

Συγκεκριμένα, στην αφήγηση του Κατά Πέτρον Ευαγγελίου, η ημέρα της ανάστασης του Ιησού, εν αντιθέσει με το Ευαγγέλιο του Ιωάννη, αποκαλείται «Κυριακή», και μάλιστα χρησιμοποιείται ως ουσιαστικό, χωρίς δηλαδή τη λέξη «ημέρα»[9]. Αυτό το ψευδεπίγραφο και αγνώστου προελεύσεως κείμενο (έχει λεχθεί ότι σχετίζεται με δοκητές ή γνωστικίζοντες χριστιανούς, χωρίς όμως να υπάρχει συμφωνία από τους ειδικούς) χρονολογείται από τους περισσότερους λογίους στο δεύτερο ήμισυ του 2ου αιώνα[10] και αποτελεί την πρώτη αδιαμφισβήτητη περίπτωση αναφοράς στην πρώτη ημέρα της εβδομάδας ως «Κυριακή».

Επίσης, γύρω στο 160, ο Ιουστίνος ο Μάρτυς παρέχει την πρώτη αδιαμφισβήτητη μαρτυρία σχετικά με σύναξη των χριστιανών και τέλεση του Δείπνου του Κυρίου που λαμβάνει χώρα κάθε πρώτη ημέρα της εβδομάδας, αν και αυτή την ημέρα την αποκαλεί «Ημέρα του Ηλίου» και όχι «Κυριακή»[11].

Εκτός από τις ανωτέρω δύο σαφείς μαρτυρίες, όσοι υποστηρίζουν την κλασική ερμηνεία για την «κυριακή ημέρα» της Αποκάλυψης επικαλούνται και ορισμένες άλλες, για τις οποίες, όμως, η International Standard Bible Encyclopedia, στην ίδια σελίδα, παραδέχεται ότι έχουν αποτελέσει «αντικείμενο έντονης αντιλογίας» ως προς την ερμηνεία τους. Έτσι λοιπόν, σε μια επιστολή του ο Ιγνάτιος λέει για τους χριστιανούς ότι είναι «μηκέτι σαββατίζοντες αλλά κατά κυριακήν ζώντες»[12]. Αν και το εδάφιο μοιάζει να αναφέρεται σε μια αντιδιαστολή μεταξύ τήρησης Σαββάτου και Κυριακής, πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι σε ένα από τα τέσσερα χειρόγραφα εκ των οποίων έχουμε το εν λόγω απόσπασμα υπάρχει η φράση «κυριακή ζωή». Σύμφωνα με αυτή την κειμενική εκδοχή και το θέμα των συμφραζομένων, ο Ιγνάτιος λέει οι χριστιανοί δεν τηρούν το Σάββατο και τις άλλες απαιτήσεις του μωσαϊκού νόμου αλλά ζουν κατά τον τρόπο του Κυρίου, δηλαδή κατά τη χριστιανική τους ταυτότητα.

Επιπρόσθετα, υπάρχει η αναφορά της Διδαχής «κατά κυριακήν δε Κυρίου συναχθέντες κλάσατε άρτον και ευχαριστήσατε»[13]. Η περίεργη σύνταξη («κατά κυριακήν δε Κυρίου») έχει ερμηνευθεί με ποικίλους τρόπους. O Bacchiocchi υποστηρίζει ότι, αν γινόταν αναφορά σε χρόνο, θα αναμέναμε λογικά τη χρήση δοτικής και όχι τη χρήση της πρόθεσης «κατά» με αιτιατική, η οποία σύνταξη χρησιμοποιείται σε διάφορες περιπτώσεις μέσα στη Διδαχή δείχνοντας τρόπο. (1:5· 2:1· 4:13· 6:1, 11· 13:6) Το μόριο «δε» συνδέει την επίμαχη φράση με την προηγούμενη περίοδο, και συγκεκριμένα με τη λέξη «εντολή», η οποία προφανώς εννοείται με το επίθετο «κυριακή», και όχι η ημέρα.

Ασχέτως όμως των προσπαθειών να ερμηνευτούν οι ανωτέρω δύο περικοπές, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε και το ζήτημα της χρονολόγησής τους. Είναι γνωστό, επί παραδείγματι, ότι το έργο του Ιγνατίου έχει, τουλάχιστον εν μέρει, νοθευτεί και μερικοί το τοποθετούν χρονικά ακόμη και μετά το 150[14]. Παρομοίως, το κείμενο της Διδαχής για πολλούς επιστήμονες αποτελεί προϊόν σταδιακής επεξεργασίας και η τελική του μορφή θα μπορούσε να χρονολογηθεί μέχρι το 150[15]. Ως εκ τούτου, αυτά τα κείμενα, μαζί με τις αναφορές του Ιουστίνου και του Κατά Πέτρον Ευαγγελίου, μοιάζουν να απέχουν αρκετά χρόνια από την Αποκάλυψη και μάλιστα σε μια εποχή που οι χριστιανοί διαφοροποιούνταν ως προς τα έθιμα και τις διδασκαλίες από δεκαετία σε δεκαετία και από τόπο σε τόπο. Επομένως, ακόμη και ο ορθολογιστής ερευνητής της ιστορίας του χριστιανικού δόγματος θα πρέπει να θεωρεί ιδιαίτερα επισφαλές το να δώσει προτεραιότητα σε αυτές τις μαρτυρίες και όχι σε εκείνες της Καινής Διαθήκης για να ερμηνεύσει τα λόγια της Αποκάλυψης.

Η Κυριακή του Πάσχα;

Ας περάσουμε τώρα στη δεύτερη ερμηνεία για την «κυριακή ημέρα», δηλαδή ότι σημαίνει την Κυριακή του Πάσχα. Η εν λόγω άποψη δεν έχει λιγότερα προβλήματα, μάλλον το αντίθετο ισχύει. Ο Bacchiocchi μάς πληροφορεί ότι, σχετικά πρόσφατα, ο Dugmore υποστήριξε αυτή τη δεύτερη εκδοχή με το επιχείρημα ότι η διπλή φράση «κυριακή δε Κυρίου» της Διδαχής δεν μπορεί παρά να σημαίνει την πιο σημαντική Κυριακή του έτους, δηλαδή την Κυριακή του Πάσχα. Σε αυτό προσθέτει και τις μαρτυρίες του Ειρηναίου και του Μελίτωνος Σαρδέων, όπου το Πάσχα αναφέρεται ως Κυριακή. Ωστόσο, για να υποστηριχθεί αυτή η άποψη πρέπει να λυθούν όλα τα παραπάνω ζητήματα που θίξαμε σχετικά με την πρώτη ημέρα της εβδομάδας, εφόσον η άποψη της Κυριακής του Πάσχα προϋποθέτει και την εβδομαδιαία Κυριακή, ενώ επιπλέον πρέπει και να αποδειχτεί ότι ο Ιωάννης όντως γιόρταζε την επέτειο της ανάστασης του Χριστού.

Όπως ίσως γνωρίζετε, πουθενά στην Καινή Διαθήκη δεν γίνεται αναφορά σε επέτειο της ανάστασης, παρά μόνο σε αναμνηστική τελετή του θανάτου του Ιησού. (Λουκάς 22:19, 20· 1 Κορινθίους 11:24-26) Η εκκλησιαστική ιστορία δείχνει ότι πράγματι οι αρχαιότεροι χριστιανοί γιόρταζαν κάθε χρόνο την ανάμνηση του θανάτου του Χριστού στις 14 του ιουδαϊκού μήνα Νισάν, ασχέτως της ημέρας που τύχαινε να πέσει μέσα στην εβδομάδα. Ωστόσο, γύρω στο 150 και συγκεκριμένα στη Ρώμη και την Αλεξάνδρεια, μετατοπίστηκε η σπουδαιότητα της ετήσιας γιορτής από τον θάνατο στην ανάσταση του Κυρίου. Όσο δε για τους χριστιανούς της Μικράς Ασίας, όπου γράφτηκε η Αποκάλυψη, αυτοί συνέχιζαν να τηρούν τη γιορτή τους στις 14 Νισάν, την ημέρα σταύρωσης του Κυρίου, μέχρι τον 9ο αιώνα παρά τις καταδίκες από τις εκκλησιαστικές συνόδους[16]. Μάλιστα, ο Ευσέβιος αναφέρει ότι, κατά τη μαρτυρία του Ειρηναίου και του Πολυκράτη, ο ίδιος ο Ιωάννης τηρούσε τη γιορτή στις 14 Νισάν[17]. Ως εκ τούτου, το σενάριο να αναφέρεται ο Ιωάννης στην Κυριακή του Πάσχα είναι ακόμη πιο απίθανο από το πρώτο.

Ή μήπως η εσχατολογική ημέρα του Κυρίου;

Η τρίτη ερμηνεία, ότι δηλαδή πρόκειται για την εσχατολογική ημέρα του Κυρίου (1 Κορινθίους 1:8), όταν ο Χριστός θα κρίνει την οικουμένη, αποφεύγει όλα τα παραπάνω προβλήματα και μπορεί εύκολα να δέσει με τα συμφραζόμενα, δηλαδή με το θέμα της Αποκάλυψης, που προβάλλει την κρίση του Χριστού επί των εθνών της γης, και όχι μόνο. Οι υποστηρικτές των άλλων δύο ερμηνειών θεωρούν προβληματική αυτή την ερμηνεία διότι στην Καινή Διαθήκη δεν απαντά αλλού η έκφραση «κυριακή ημέρα» για την εσχατολογική «ημέρα του Κυρίου»[18], αλλά ωστόσο αυτό αποτελεί πολύ μικρότερο πρόβλημα—αν αποτελεί πρόβλημα—εν συγκρίσει με τη μετάλλαξη της «πρώτης ημέρας της εβδομάδας» σε «κυριακή», διότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε απλώς ένα φυσιολογικό γλωσσικό φαινόμενο, ενώ στη δεύτερη εγείρεται ένα ολόκληρο ιστορικό και ερμηνευτικό ζήτημα.

Κατά την προσωπική μου άποψη, υπάρχει και μια μικρή ένδειξη από τη σύνταξη του κειμένου που ενισχύει αυτή την εύλογη ερμηνεία, όπως θα δείξω σε λίγο.

Οι δύο εκδοχές στην κατανόηση της σύνταξης του κειμένου
και της σημασίας του «εγενόμην» και του «εν πνεύματι»

Τόσο το ρήμα «γίνομαι» όσο και η δοτική «εν πνεύματι» μπορούν να κατανοηθούν με διάφορους τρόπους ανάλογα με τα συμφραζόμενα. Όσοι εκλαμβάνουν την «κυριακή ημέρα» ως μια συγκεκριμένη ημέρα της εβδομάδας, ή έστω του έτους, μπορούν γραμματικά να βασιστούν στο εδάφιο Αποκάλυψη 4:2, όπου εμφανίζεται πάλι η έκφραση «εγενόμην εν πνεύματι» και όπου σίγουρα εκεί σημαίνει «περιήλθα σε κατάσταση πνευματικής έκστασης». Το «γίνομαι» με την πρόθεση «εν» συν δοτική σε πολλές άλλες περιπτώσεις έχει όντως αυτή τη σημασία, δηλαδή «περιέρχομαι σε κατάσταση», και αυτή την ερμηνεία δίνει και το λεξικό του Bauer για το υπό εξέταση εδάφιο[19].

Ωστόσο, σύμφωνα με το ίδιο λεξικό, μια άλλη σημασία του «γίνομαι» είναι «βρίσκομαι» με αναφορά σε χρόνο (Ρωμαίους 11:5) ή σε τόπο (Αποκάλυψη 1:9). Η δε φράση «εν πνεύματι» πολύ συχνά έχει τροπική σημασία και σημαίνει «μέσω πνευματικής έκστασης» ή «μέσω του αγίου πνεύματος». Λόγου χάρη, στο εδάφιο Αποκάλυψη 21:10 γράφει ο Ιωάννης: «Και απήνεγκέν με εν πνεύματι επί όρος μέγα», δηλαδή «και με μετέφερε πνευματικώς επάνω εις το υψηλόν όρος», κατά τη μετάφραση Χαστούπη-Λούβαρι. Οι υποστηρικτές της τρίτης ερμηνείας της «κυριακής ημέρας», όπως για παράδειγμα ο E.W. Bullinger[20], λαμβάνουν υπόψη αυτά τα δεδομένα και αποδίδουν το εδάφιο κάπως έτσι: «Μέσω θεϊκής έμπνευσης βρέθηκα στην ημέρα του Κυρίου».—Μετάφραση Νέου Κόσμου[21].

Και οι δύο εκδοχές της σύνταξης είναι γραμματικώς δυνατές, οπότε ο καθοριστικός παράγοντας για την κατανόηση του εδαφίου είναι το πώς ερμηνεύει κανείς την «κυριακή ημέρα». Ωστόσο, ίσως το ότι στο προηγούμενο εδάφιο ο Ιωάννης χρησιμοποιεί το «εγενόμην εν» με τη σημασία «βρέθηκα σε» αποτελεί μια γλωσσική ένδειξη ότι επίσης στο επόμενο εδάφιο κάνει παρόμοια χρήση, και αυτό, κατά την άποψή μου, φαίνεται να ενισχύει γλωσσικά την τρίτη ερμηνεία.


Υποσημειώσεις και βιβλιογραφικές αναφορές

[1] Εκδόσεις Χρ. Γιοβάνη, 1993.

[2] P.K. Jewett, «Lord’s Day», The International Standard Bible Encyclopedia (Επ. G.W. Bromiley), Eerdmans, 1986 (2η έκδ.), τόμ. 3, σελ .158-9.

[3] G.W.H. Lampe, A Patristic Lexicon, Oxford University Press, 1961, σελ. 785-6.

[4] Μερικές σκέψεις σε σχέση με τη χρήση του επιθέτου υπάρχουν στον Foerster, «Κυριακός», Theological Dictionary of the New Testament (Επ. Gerhard Kittel), Eerdmans, 1965, τόμ. 3, σελ. 1096. Επίσης, θα ήταν παράληψη να μην αναφέρουμε τις ενδιαφέρουσες σκέψεις του Deissmann γύρω από τη χρήση του εν λόγω επιθέτου, δεδομένου ότι ο Ρωμαίος αυτοκράτορας αποκαλούνταν «κύριος» και το «κυριακός» σήμαινε σε ορισμένες περιπτώσεις «αυτοκρατορικός». Επιπλέον, συνηθιζόταν στη Μικρά Ασία η πρώτη ημέρα του μήνα να είναι αφιερωμένη στον αυτοκράτορα και αποκαλούνταν «Σεβαστή». (Adolf Deissmann, Bible Studies: Contributions Chiefly from Papyri and Inscriptions to the History of the Language, the Literature, and the Religion of Hellenistic Judaism and Primitive Christianity, T.&T. Clark, 1909 [2η έκδ.], σελ. 217-9.) Ωστόσο, θα συμφωνήσω με τον Bacchiocchi ότι αυτές οι πληροφορίες δεν μπορούν να καθορίσουν τη σημασία της «κυριακής ημέρας» στην Αποκάλυψη και ο όποιος συσχετισμός μεταξύ των ρωμαϊκών και των χριστιανικών εθίμων επ’ αυτού του θέματος φαίνεται να είναι καθαρά υποθετικός, ιδίως όσον αφορά τον Ιωάννη. (Samuele Bacchiocchi, From Sabbath to Sunday: Historical Investigation of the Rise of Sunday Observance in Early Christianity, The Pontifical Gregorian University Press, 1977, σελ. 115.) Η υιοθέτηση δανείων από τον ελληνιστικό κόσμο, είτε εξωτερικών είτε ουσιαστικών, είναι ένα φαινόμενο, ωστόσο, που κάνει έντονη την εμφάνισή του όσο περνούν οι δεκαετίες, αλλά μετά την αποστολική περίοδο.

[5] J. Wanke, «Kλάω», Exegetical Dictionary of the New Testament (Επ. H. Balz και G. Schneider), Eerdmans, 1990, τόμ.  2, σελ. 295.

[6] Johannes Behm, «Kλάω», Theological Dictionary of the New Testament (Επ. Gerhard Kittel), Eerdmans, 1965, τόμ. 3, σελ. 729.

[7] Α. Robertson, Word Pictures in the New Testament, 1932.

[8] «The matter is somewhat difficult to determine, for while 2:42 and 20:7 may very well relate to the full Pauline understanding (1Cor 10:16; 11:24), and while Luke earlier referred to «the breaking of bread» in that way in his passion narrative (Luke 22:19), elsewhere he uses it for an ordinary meal (cf. Luke 24:30, 35; Acts 20:11; 27:35) and seems to mean just that even in 2:46».—F.E. Gaebelein, Expositor’s Bible Commentary, Zondervan, 1976-1992. Ηλεκτρονική έκδοση 2001.

[9] «Καὶ κυλίσαντες λίθον μέγαν μετὰ τοῦ κεντυρίωνος καὶ τῶν στρατιωτῶν ὁμοῦ πάντες οἱ ὄντες ἐκεῖ ἔθηκαν ἐπὶ τῇ θύρᾳ τοῦ μνήματος. Καὶ ἐπέχρισαν ἑπτὰ σφραγῖδας͵ καὶ σκηνὴν ἐκεῖ πήξαντες ἐφύλαξαν. Πρωΐας δὲ ἐπιφώσκοντος τοῦ σαββάτου͵ ἦλθεν ὄχλος ἀπὸ Ἰερουσαλὴμ καὶ τῆς περιχώρου ἵνα ἴδωσι τὸ μνημεῖον ἐσφραγισμένον. Τῇ δὲ νυκτὶ ᾗ ἐπέφωσκεν ἡ κυριακή͵ φυλασσόντων τῶν στρατιωτῶν ἀνὰ δύο κατὰ φρουράν͵ μεγάλη φωνὴ ἐγένετο ἐν τῷ οὐρανῷ. Καὶ εἶδον ἀνοιχθέντας τοὺς οὐρα[ν]οὺς καὶ δύο ἄνδρας κατελθόντας ἐκεῖθεν͵ πολὺ φέγγος ἔχοντας καὶ ἐγγίσαντας τῷ τάφῳ. Ὁ δὲ λίθος ἐκεῖνος ὁ βεβλημένος ἐπὶ τῇ θύρᾳ ἀφ΄ ἑαυτοῦ κυλισθεὶς ἐπεχώρησε παρὰ μέρος͵ καὶ ὁ τάφος ἠνοίγη καὶ ἀμφότεροι οἱ νεανίσκοι εἰσῆλθον. Ἰδόντες οὖν οἱ στρατιῶται ἐκεῖνοι ἐξύπνισαν τὸν κεντυρίωνα καὶ τοὺς πρεσβυτέρουςπαρῆσαν γὰρ καὶ αὐτοὶ φυλάσσοντες͵ καὶ ἐξηγουμένων αὐτῶν ἃ εἶδον͵ πάλιν ὁρῶσιν ἐξελθόν τας ἀπὸ τοῦ τάφου τρεῖς ἄνδρας καὶ τοὺς δύο τὸν ἕνα ὑπορθοῦντας καὶ σταυρὸν ἀκολουθοῦντα αὐτοῖς͵ καὶ τῶν μὲν δύο τὴν κεφαλὴν χωροῦσαν μέχρι τοῦ οὐρανοῦ͵ τοῦ δὲ χειραγωγουμένου ὑπ΄ αὐτῶν ὑπερβαίνουσαν τοὺς οὐρανούς· καὶ φωνῆς ἤκουον ἐκ τῶν οὐρανῶν λεγούσης· Ἐκήρυξας τοῖς κοιμωμένοις; Καὶ ὑπακοὴ ἠκούετο ἀπὸ τοῦ σταυροῦ ὅτι ναί».—32-41.

[10] Στυλιανός Παπαδόπουλος, Πατρολογία, Αθήνα 2000 (4η έκδ.), τόμ. 1, σελ. 212· The apocryphal New Testament: A Collection of Apocryphal Christian Literature in an English Translation, Oxford University Press, 2005, σελ. 151.

[11] «Καὶ τῇ τοῦ ἡλίου λεγομένῃ ἡμέρᾳ πάντων κατὰ πόλεις ἢ ἀγροὺς μενόντων ἐπὶ τὸ αὐτὸ συνέλευσις γίνεται͵ καὶ τὰ ἀπομνημονεύματα τῶν ἀποστόλων ἢ τὰ συγγράμματα τῶν προφητῶν ἀναγινώσκεται͵ μέχρις ἐγχωρεῖ. εἶτα παυσαμένου τοῦ ἀναγινώσκοντος ὁ προεστὼς διὰ λόγου τὴν νουθεσίαν καὶ πρόκλησιν τῆς τῶν καλῶν τούτων μιμήσεως ποιεῖται. ἔπειτα ἀνιστάμεθα κοινῇ πάντες καὶ εὐχὰς πέμπομεν· καί͵ ὡς προέφημεν͵ παυσαμένων ἡμῶν τῆς εὐχῆς ἄρτος προσφέρεται καὶ οἶνος καὶ ὕδωρ͵ καὶ ὁ προεστὼς εὐχὰς ὁμοίως καὶ εὐχαριστίας͵ ὅση δύναμις αὐτῷ͵ ἀναπέμπει͵ καὶ ὁ λαὸς ἐπευφημεῖ λέγων τὸ Ἀμήν͵ καὶ ἡ διάδοσις καὶ ἡ μετάληψις ἀπὸ τῶν εὐχαριστηθέντων ἑκάστῳ γίνεται͵ καὶ τοῖς οὐ παροῦσι διὰ τῶν διακόνων πέμπεται».—Απολογία Α΄ 67.

[12] «Μὴ πλανᾶσθε ταῖς ἑτεροδοξίαις μηδὲ μυθεύμασιν τοῖς παλαιοῖς ἀνωφελέσιν οὖσιν͵ εἰ γὰρ μέχρι νῦν κατὰ νόμον ζῶμεν͵ ὁμολογοῦμεν χάριν μὴ εἰληφέναι. Οἱ γὰρ θειότατοι προφῆται κατὰ Χριστὸν Ἰησοῦν ἔζησαν. Διὰ τοῦτο καὶ ἐδιώχθησαν͵ ἐμπνεόμενοι ὑπὸ τῆς χάριτος αὐτοῦ͵ εἰς τὸ πληροφορηθῆναι τοὺς ἀπειθοῦντας͵ ὅτι εἷς θεός ἐστιν͵ ὁ φανερώσας ἑαυτὸν διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ υἱοῦ αὐτοῦ͵ ὅς ἐστιν αὐτοῦ λόγος ἀπὸ σιγῆς προελθών͵ ὃς κατὰ πάντα εὐηρέστησεν τῷ πέμψαντι αὐτόν. Εἰ οὖν οἱ ἐν παλαιοῖς πράγμασιν ἀναστραφέντες εἰς καινότητα ἐλπίδος ἦλθον͵ μηκέτι σαββατίζοντες͵ ἀλλὰ κατὰ κυριακὴν ζῶντες͵ ἐν ᾗ καὶ ἡ ζωὴ ἡμῶν ἀνέτειλεν δι΄ αὐτοῦ καὶ τοῦ θανάτου αὐτοῦ͵ ὅτινες ἀρνοῦνται͵ δι΄ οὗ μυστηρίου ἐλάβομεν τὸ πιστεύειν καὶ διὰ τοῦτο ὑπομένομεν͵ ἵνα εὑρεθῶμεν μαθηταὶ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ μόνου διδασκάλου ἡμῶν· πῶς ἡμεῖς δυνησόμεθα ζῆσαι χωρὶς αὐτοῦ͵ οὗ καὶ οἱ προφῆται μαθηταὶ ὄντες τῷ πνεύματι ὡς διδάσκαλον αὐτὸν προσεδόκων; Καὶ διὰ τοῦτο͵ ὃν δικαίως ἀνέμενον͵ παρὼν ἤγειρεν αὐτοὺς ἐκ νεκρῶν».—Προς Μαγνήτας 8:2–9:2.

[13] «Ἀργυρίου δὲ καὶ ἱματισμοῦ καὶ παντὸς κτήματος λαβὼν τὴν ἀπαρχήν͵ ὡς ἄν σοι δόξῃ͵ δὸς κατὰ τὴν ἐντολήν. Καθ΄ ἡμέραν δὲ κυρίου συναχθέντες κλάσατε ἄρτον καὶ εὐχαριστήσατε͵ προεξομολογησάμενοι τὰ παραπτώματα ὑμῶν͵ ὅπως καθαρὰ ἡ θυσία ὑμῶν ᾖ».—Διδαχή 13:7–14:1.

[14] Michael W. Holmes, The Apostolic Fathers, Baker Academic, 2007 (3η έκδ.), σελ. 170-3.

[15] Michael W. Holmes, The Apostolic Fathers, Baker Academic, 2007 (3η έκδ.), σελ. 335-338.

[16] Henry Chadwick, The Early Church, Penguin, 1993 (2η εκδ.), σελ. 84-5.

[17] «Τῶν δὲ ἐπὶ τῆς Ἀσίας ἐπισκόπων τὸ πάλαι πρότερον αὐτοῖς παραδοθὲν διαφυλάττειν ἔθος χρῆναι διισχυριζομένων ἡγεῖτο Πολυκράτης· ὃς καὶ αὐτὸς ἐν ᾗ πρὸς Βίκτορα καὶ τὴν Ῥωμαίων ἐκκλησίαν διετυπώσατο γραφῇ τὴν εἰς αὐτὸν ἐλθοῦσαν παράδοσιν ἐκτίθεται διὰ τούτων· “ἡμεῖς οὖν ἀρᾳδιούργητον ἄγομεν τὴν ἡμέραν, μήτε προστιθέντες μήτε ἀφαιρούμενοι. καὶ γὰρ κατὰ τὴν Ἀσίαν μεγάλα στοιχεῖα κεκοίμηται· ἅτινα ἀναστήσεται τῇ ἡμέρᾳ τῆς παρουσίας τοῦ κυρίου, ἐν ᾗ ἔρχεται μετὰ δόξης ἐξ οὐρανῶν καὶ ἀναζητήσει πάντας τοὺς ἁγίους, Φίλιππον τῶν δώδεκα ἀποστόλων, ὃς κεκοίμηται ἐν Ἱεραπόλει καὶ δύο θυγατέρες αὐτοῦ γεγηρακυῖαι παρθένοι καὶ ἡ ἑτέρα αὐτοῦ θυγάτηρ ἐν ἁγίῳ πνεύματι πολιτευσαμένη ἐν Ἐφέσῳ  ἀναπαύεται·  ἔτι δὲ καὶ Ἰωάννης ὁ ἐπὶ τὸ στῆθος τοῦ κυρίου ἀναπεσών, ὃς ἐγενήθη ἱερεὺς τὸ πέταλον πεφορεκὼς καὶ μάρτυς καὶ διδάσκαλος· οὗτος ἐν Ἐφέσῳ κεκοίμηται, ἔτι δὲ καὶ Πολύκαρπος ἐν Σμύρνῃ, καὶ ἐπίσκοπος καὶ μάρτυς· καὶ Θρασέας, καὶ ἐπίσκοπος καὶ μάρτυς ἀπὸ Εὐμενείας, ὃς ἐν Σμύρνῃ κεκοίμηται”. […] “οὔτε γὰρ ὁ Ἀνίκητος τὸν Πολύκαρπον πεῖσαι ἐδύνατο μὴ τηρεῖν, ἅτε μετὰ Ἰωάννου τοῦ μαθητοῦ τοῦ κυρίου ἡμῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἀποστόλων οἷς συνδιέτριψεν, ἀεὶ τετηρηκότα, οὔτε μὴν ὁ Πολύκαρπος τὸν Ἀνίκητον ἔπεισεν τηρεῖν, λέγοντα τὴν συνήθειαν τῶν πρὸ αὐτοῦ πρεσβυτέρων ὀφείλειν κατέχειν”».—Εκκλησιαστική ιστορία Ε΄ 23-4.

[18] D.E. Aune, Word Biblical Commentary: Revelation 1-5:14, Word Books, 2002, τόμ. 52Α, σελ.  82-3.

[19] Βλέπε για παράδειγμα Λουκάς 22:44· Πράξεις 22:17· Φιλιππισίους 2:7. Υπάρχουν και εξωβιβλικές μαρτυρίες με αυτή τη χρήση.—Frederic Danker κ.ά., «Γίνομαι», A Greek-English Lexicon of the New Testament and Other Early Christian Literature, The University of Chicago Press, 2000 (3η έκδ.). Ηλεκτρονική έκδοση.

[20] Ε.W. Bullinger, Commentary on Revelation, Eyre & Spottiswoode,1909, στα κεφάλαια «Τhe Lord’s Day» και «The Introduction: Chapter 1».

[21] Watch Tower Bible and Tract Society, 1997 (2η έκδ.).

Τελευταία ενημέρωση 23 Φεβρουαρίου 2011

«Τα Θεοφάνια: μια αρχαιότερη εορτή από τα Χριστούγεννα», από τον Δημήτριο Μόσχο

Το κάτωθι κείμενο συντάχθηκε από τον κ. Δημήτριο Μόσχο, Λέκτορα Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας Τμήματος Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ορθόδοξος Κόσμος,  φύλλο 05 της Δευτέρας 07/01/2008.

«Στις 6 Ιανουαρίου κλείνει ένα πλουσιότατο σε λατρευτικά δρώμενα, παραδοσιακά έθιμα και μακραίωνες συνήθειες Δωδεκαήμερο, που συνδέεται με κεντρικά στοιχεία του χριστιανικού Ευαγγελίου: την κατά σάρκα γέννηση, την Περιτομή και τη Βάπτιση του Ιησού Χριστού, που είναι βασικοί σταθμοί της Ενανθρώπησης του Θεού στον κόσμο. Παράλληλα, την 1η του έτους εορτάζεται και η μνήμη του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας μας, Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας. Ο συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων κάνουν το διάστημα αυτό έναν πόλο εορταστικό και λατρευτικό στην καρδιά του χειμώνα, που συμπληρώνεται από τον αντίστοιχο εαρινό, δηλαδή εκείνον των πασχαλίων εορτών. Πώς προέκυψε όμως ιστορικά το εορταστικό αυτό σύμπλεγμα; 

»1. Η αρχή των Θεοφανείων

»Για τις εορτές και τη λατρεία των πρώτων Χριστιανών οι πηγές μας είναι βέβαια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, κατόπιν οι λεγόμενοι Αποστολικοί Πατέρες, που υπήρξαν μαθητές και “ακουσταί” των Αποστόλων, όπως ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, ο Κλήμης Ρώμης και άλλοι, και κατόπιν άλλοι χριστιανοί συγγραφείς του 2ου και 3ου αιώνα, καθώς και κείμενα κανόνων, προτροπών και διδαχών που γράφτηκαν τότε. 
  
»Σ’ αυτά ξεχωρίζουμε το Πάσχα και την κυριακάτικη Θ. Λειτουργία, τις καθημερινές προσευχές και το βάπτισμα των νέων Χριστιανών, που γινόταν ομαδικά το Μέγα Σάββατο το βράδυ. Για την περίοδο αυτή, του χειμώνα, η πρώτη μαρτυρία που έχουμε είναι του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα (δηλαδή 150-210), που μας πληροφορεί ότι οι οπαδοί του Βασιλείδη (που ήταν της αίρεσης των Γνωστικών) γιόρταζαν την ημέρα “του βαπτίσματος του Κυρίου” με αγρυπνίες και αναγνώσματα, χωρίς όμως να συμφωνούν όλοι για την ημερομηνία – άλλοι την τοποθετούσαν στις 6 κι άλλοι στις 10 Ιανουαρίου. 
  

»΄Οπως συμπεραίνουν νεώτεροι ειδικοί, από το διάστημα αυτό, ξεκινώντας ίσως από την Αλεξάνδρεια, μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα σ’ όλη την Ανατολή, την 6η Ιανουαρίου εορταζόταν μια τριπλή εορτή: η γέννηση του Χριστού, η προσκύνηση των μάγων και η βάπτισή Του. Η λέξη “Επιφάνεια” καλύπτει και τις τρεις εορτές, είναι η φανέρωση του Θεού ως βρέφους στους ανθρώπους γενικά και στους Μάγους ειδικά, η φανέρωση της Θεότητας στον Ιορδάνη με τη συμμαρτυρία του Πατρός και του Πνεύματος. Γιατί όμως στις 6 Ιανουαρίου; 
  
»Η προέλευση, πιθανότατα, είναι εξωβιβλική: είναι γνωστό, ότι αιγύπτιοι λάτρεις ενός μυστηριακού θρησκεύματος εόρταζαν την εμφάνιση του Χρόνου ή Κρόνου μέσα από τα νερά του Νείλου στις 6 Ιανουαρίου. Αυτή ήταν μια από τις πολλές ειδωλολατρικές “Επιφάνειες”. Είναι φανερό ότι οι Χριστιανοί ξεκίνησαν στην Αίγυπτο να δίνουν τη δική τους απάντηση για το ποια είναι η πραγματική “Επιφάνεια” του Θεού μέσα από τα νερά: αυτή του βαπτιζομένου Ιησού. Με το παράδειγμά Του και την εντολή Του αργότερα για βάπτιση των πιστευόντων όχι μόνο πλέον “εν ύδατι” (όπως στην θρησκευτική πρακτική πολλών ανατολικομεσογειακών θρησκειών, όπου το λιγοστό νερό θεωρείται πάντα θεόσταλτο καθαρτήριο), αλλά και “εν Πνεύματι”, ο Χριστός αναδείκνυε τη μοναδική ιστορική “Επιφάνεια” του Θεού σε μια ιστορία ευθύγραμμη, που δεν επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, η “Επιφάνεια” των νερών ή του θεού-Ηλίου (solis invicti) στη Δύση, κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, ήταν η αποθέωση της κυκλικής φυσικής ροής του κόσμου.

»2. Η ανάδειξη της ημέρας των Χριστουγέννων

»Το βέβαιο είναι ότι μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα τα Θεοφάνεια ή “Φώτα” ή Επιφάνεια εμπεριείχαν και την εορτή των Χριστουγέννων, ένας συνδυασμός που απαντά ακόμη και σήμερα στο εορτολόγιο της Αρμενικής Εκκλησίας. Την εποχή του Μ. Βασιλείου (+ 379) και του Γρηγορίου του Θεολόγου μαρτυρούνται στη Μικρά Ασία οι πρώτες περιπτώσεις χωρισμού των δύο εορτών, όπου τα Χριστούγεννα άρχισαν να εορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου από επίδραση της Εκκλησίας της Ρώμης. 
  
»Στη Ρώμη είχε αρχίσει από τις πρώτες δεκαετίες του 4ου αιώνα (περί το 330-340) ο εορτασμός των Χριστουγέννων ως απάντηση στα ειδωλολατρικά Βρουμάλια ή Σατουρνάλια, που ήταν η λατρεία του αναγεννώμενου Ηλίου, όταν (περισσότερο εμφανώς στα βορειότερα κλίματα) άρχιζε να ξαναμεγαλώνει η μέρα, μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Οι Χριστιανοί στη λατρεία του «ξαναγεννημένου Ήλιου» του φυσικού κύκλου, απαντούσαν με τη γέννηση του «νοητού Ηλίου της Δικαιοσύνης». Περί το 375 άρχισαν να εορτάζονται τα Χριστούγεννα και στη Συρία και το 386 ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πρεσβύτερος στην Αντιόχεια, εξέφρασε στο Λόγο του “Εις την γενέθλιον ημέρα του Σωτήρος” τη χαρά του, που επιτέλους η 25η Δεκεμβρίου μπήκε επίσημα στο εορτολόγιο της πόλης. Μέχρι το 432 η εορτή είχε φθάσει και στην Αλεξάνδρεια. 
  
»Ενώ στη Δύση τα Επιφάνεια συνδέονται μέχρι σήμερα, κυρίως, με την προσκύνηση των Μάγων, στην Ανατολή εξακολούθησαν να εορτάζονται με μεγάλη λαμπρότητα: στα Ιεροσόλυμα την εποχή εκείνη, μας πληροφορεί το Οδοιπορικό της Αιθερίας (ταξιδιωτικός οδηγός μιας ευσεβούς Μαυριτανής κυρίας στα τέλη του 4ου αιώνα) ότι επί μία εβδομάδα μετά τις 6 Ιανουαρίου τελούνταν μία Λειτουργία κάθε μέρα σε συγκεκριμένους μεγάλους ναούς της πόλης από τον επίσκοπο ή μοναχούς. 
  
»Οι γνωστές σε όλους μας ευχές του Μεγάλου Αγιασμού έχουν σαφώς εξορκιστικό χαρακτήρα και καταδεικνύουν το θρίαμβο της νίκης του ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού (άρα, τελικά, του ανθρώπου, που ενώνεται με το Θεό) πάνω στον “γκρίζο” κόσμο πνευμάτων, κακοποιών στοιχείων, αοράτων “αρνητικών” δυνάμεων (όπως λέμε σήμερα) κλπ. Πολύ σωστά έχει, λοιπόν, συνδεθεί στη λαϊκή αντίληψη η έξωση των καλικαντζάρων ή “παγανών” με τον αγιασμό των υδάτων. Βαθμιαία, το διάστημα των 40 ημερών πριν τα Χριστούγεννα και των 40 ημερών μετά, μέχρι την Υπαπαντή, έγινε μια λαμπρή εορταστική αλυσίδα, που στις μέρες μας έχει, δυστυχώς, εκφυλιστεί σε άλλοθι καταναλωτισμού».