Το νέο Λεξικό της Καινής Διαθήκης από τον Α. Χατζηαργυρό

lexiko

Τίτλος: Λεξικό της Καινής Διαθήκης: Ερμηνευτικό – Ετυμολογικό

Συγγραφέας: Αναστάσιος Χατζηαργυρός

Εκδότης: Αρμός

Έτος: 2012

Σελίδες: 684

Πριν από μερικά χρόνια είχα επικοινωνήσει προσωπικά με έναν ομότιμο καινοδιαθηκολόγο όσον αφορά την ανάγκη έκδοσης ενός λεξικού της Καινής Διαθήκης. Μου ομολόγησε ότι δυστυχώς ο πανεπιστημιακός χώρος δεν ενδιαφέρεται αρκετά για κάτι τέτοιο. Αυτή είναι μια δυσάρεστη αλήθεια. Αν λοιπόν κανείς ανασκαλέψει τους διάφορους τίτλους που έχουν χρηματοδοτηθεί/προωθηθεί/εκδοθεί τα τελευταία χρόνια, θα δει, μεταξύ άλλων, τερατωδών διαστάσεων πραγματείες σε ιλουστρασιόν χαρτί για ασήμαντους κομπάρσους της ιστορίας του χριστιανισμού, ονόματα και γεγονότα που δεν θα μάθει ποτέ ούτε ο μέσος γνώστης της βυζαντινής ιστορίας· το θεμέλιο όμως του χριστιανισμού και το ανεπανάληπτο κληροδότημα της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, η Καινή Διαθήκη, βρισκόταν και βρίσκεται στο παρασκήνιο. Πιότερο από λεφτά, η επιστροφή στις ρίζες προφανώς θέλει τόλμη και αρετή. Εδώ πήξαμε από τα λεξικά της παραπαιδείας, που έχουν γεμίσει τα βιβλιοπωλεία ώστε να καλύψουν τις σχολικές ανάγκες για τους κλασικούς συγγραφείς, και δεν βρίσκεται ένας χριστιανός, ένας από αυτούς τους στοχαστικούς θεματοφύλακες του πνευματικού πλούτου μας ή ένας από τους διανοούμενους που στις τηλεοράσεις και τις εφημερίδες διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για τον εκφυλισμό του Νεοέλληνα, ώστε να φτιάξει ένα ενημερωμένο λεξικό της Καινής Διαθήκης μετά τον Μητροπολίτη Λεοντοπόλεως Σωφρόνιο Ευστρατιάδη του σωτηρίου έτους 1910…

Όταν λοιπόν έμαθα για την κυκλοφορία ενός τέτοιου λεξικού από τις Εκδόσεις Αρμός, χάρηκα βαθύτατα. Έτρεξα και το αγόρασα. Η πρώτη εντύπωση ήταν εξαιρετική. Ελκυστικό εξώφυλλο, γερό δέσιμο, ποιοτική εκτύπωση, καλό χαρτί (αν και υπερβολικά βαρύ για τον συνολικό αριθμό των σελίδων), ευανάγνωστη γραμματοσειρά: ένα στολίδι των γραφικών τεχνών!

Η χαρά μου όμως έμελλε να μείνει ανολοκλήρωτη και μάλιστα στη θέση της να έρθει μια εξοργιστική απογοήτευση. Ήταν εξοργιστική, εξού και ο γενικός τόνος του παρόντος κειμένου, ακριβώς επειδή χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία να καλυφτεί η αδήριτη ανάγκη για ένα σοβαρό λεξικό της Καινής Διαθήκης. Τα προβλήματα του νέου λεξικού είναι πολλαπλά, όπως θα εξηγήσω αμέσως, και ίσως φαίνονται ήδη από το ότι δεν περιέχει καν βιβλιογραφία.

Ένα πρώτο πρόβλημα, όχι από τα σημαντικότερα, είναι η εσωτερική δομή των λημμάτων. Τα λήμματα των λεξικών απαριθμούν τις σημασίες τους (οι οποίες φυσικά είναι εν χρήσει) είτε με βάση την εξέλιξή τους, δηλαδή πρώτα την αρχική σημασία και ύστερα τις διακλαδώσεις της (π.χ.: σφαίρα: (1) οτιδήποτε στρογγυλό, (2) βλήμα πυροβόλου όπλου, (3) πεδίο δράσης κ.λπ.) είτε με βάση τη συχνότητα της χρήσης, όπου πρωτεύει η κυρίαρχη χρήση και ύστερα παρατίθενται οι λιγότερο συχνές. Στα λεξικά των αρχαίων γλωσσών χρησιμοποιείται συνήθως ο πρώτος τρόπος διάταξης των σημασιών επειδή εξυπηρετεί καλύτερα την ερμηνεία των αρχαίων κειμένων και βασίζεται σε κάπως πιο επαληθεύσιμα κριτήρια: λόγου χάρη, σε ένα λεξικό της Καινής Διαθήκης, τα ποσοστά των χρησιμοποιούμενων σημασιών καθορίζονται από το βιβλικό κείμενο ή από τα εξωβιβλικά κείμενα;

Ο Αναστάσιος Χατζηαργυρός, ο λεξικογράφος του Αρμού, ακολουθεί έναν κατώτερο τρόπο δόμησης των λημμάτων. Συγκεκριμένα, καταγράφει τις σημασίες με βάση τη σειρά εμφάνισής τους στο βιβλικό κείμενο. Είναι σχεδόν αστεία η περίπτωση της λέξης ρομφαία, όπου ως πρώτη σημασία μας δίνεται το «οξύς, βαθύτατος πόνος». Η δεύτερη σημασία, επίσης περίεργη, είναι: «πύρινη σπάθα των αρχαγγέλων». Και επιτέλους μαθαίνουμε από την τρίτη σημασία ότι η ρομφαία σημαίνει «σπαθί, ξίφος».

Με το παράδειγμα της ρομφαίας, αρχίζουμε και διαπιστώνουμε ορισμένα νέα προβλήματα στην εσωτερική διαμόρφωση των λημμάτων. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη και η δεύτερη σημασία δεν διαφέρουν πραγματικά από την τρίτη. Η σημασία είναι μία εν προκειμένω, αλλά χρησιμοποιείται μεταφορικά και αλληγορικά σε ορισμένα εδάφια. Φυσικά, σε ένα βιβλικό λεξικό είναι χρήσιμο μερικές φορές να απεικονίζεται η κατανομή των σημασιών ως προς τα συμφραζόμενα, ιδίως όταν υπάρχουν υποψίες ότι αυτό επηρεάζει την ερμηνεία της λέξης, ωστόσο θα ήταν αξιοπερίεργο να αισθάνεται ένας λεξικογράφος ότι αλλάζει η σημασία της ρομφαίας ανάλογα με το αν την κρατά ο Χριστός, τα χερουβείμ ή κάποιος ανθρώπινος μαχητής.

Παρατηρώντας το λήμμα της ρομφαίας πιο προσεκτικά, διαπιστώνουμε ότι τα προβλήματα δεν είναι μόνο εξωτερικά αλλά και ουσιαστικά. Υπάρχουν σοβαρά ζητήματα με το περιεχόμενο του λήμματος. Γιατί η ρομφαία ως συμβολικό όπλο των ουράνιων όντων αφορά συγκεκριμένα τους «αρχαγγέλους», όταν η πρώτη αναφορά στη Βίβλο αφορά «χερουβείμ» και όταν οι αρχάγγελοι ως τάξη αγγέλων δεν αναφέρονται στο βιβλικό κείμενο; Γιατί υπάρχει αυτή η αναφορά όταν το εν λόγω εδάφιο μιλάει για τον Χριστό; Στην αρχή υπέθεσα ότι ο συντάκτης του λεξικού επηρεάστηκε από την ιουδαϊκή απόκρυφη γραμματεία ή από τον Φίλωνα, αλλά το γενικό επίπεδο των πληροφοριών των λημμάτων καθιστούν πιθανότερο να είναι επηρεασμένος από τη Μαρίνα του Ελύτη, που μελοποίησε ο Θεοδωράκης.

Το πιο μεγάλο πρόβλημα δεν είναι η δομή του λήμματος αλλά ότι από το ερμήνευμα τελικά λείπει η ουσία. Αυτή η ουσία φαίνεται με το εξής ερώτημα: σε τι διαφέρει η ρομφαία από τη μάχαιρα; Όπως λέει το λεξικό του Bauer, η ρομφαία είναι «μεγάλο και πλατύστομο σπαθί που χρησιμοποιούσαν μη ελληνόφωνοι λαοί, ιδιαίτερα οι Θράκες». Παρόμοια πράγματα επισημαίνουν και ο Vine και οι Liddell-Scott και, ω ναι, ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης. Αυτές είναι πραγματικά χρήσιμες πληροφορίες σε ένα λεξικό, αλλά απουσιάζουν από το νέο λεξικό. Και επειδή αναφερθήκαμε στη μάχαιρα, το υπό εξέταση λεξικό λέει ότι σημαίνει «μεγάλο μαχαίρι» και «εγχειρίδιο», αλλά πουθενά δεν δίνει τη σημασία «σπαθί». Πιστέψτε με, όμως, η «μάχαιρα του πνεύματος» δεν είναι μήτε για να κόβουμε ψωμί, μήτε και χαρτοκόπτης. Ναι, η «μάχαιρα» είναι σε μερικές περιπτώσεις «σπαθί», αν και κοντύτερο από τη ρομφαία.

Συνεπώς, ο λεξικογράφος δεν γνωρίζει επαρκώς πώς να στήσει το λήμμα ενός λεξικού. Δεν γνωρίζει πώς διαφοροποιούνται οι σημασίες, πώς διατάσσονται μέσα στο λήμμα, αφήνει απέξω υπαρκτές και, ακόμα χειρότερα, προσθέτει ανύπαρκτες. Κραυγαλέα περιπτώση έλλειψης λεξικογραφικής κρίσης φανερώνει το λήμμα αββάς, λέξη για την οποία μαθαίνουμε ότι σημαίνει: (1) «προσαγόρευση ηλικιωμένων μοναχών»· (2) «ηγούμενος μοναστηριού»· (3) «ηγούμενος μονής της Δύσης»· (4) «ο εφημέριος ιερέας της Καθολικής Εκκλησίας». Τελικά, αναρωτιόμαστε αν κρατάμε λεξικό της Καινής Διαθήκης ή εγκυκλοπαίδεια του μεσαιωνικού χριστιανισμού. Και αν αυτό σας φάνηκε λίγο, θα χαιρόμουν να ακούσω τις αντιδράσεις σας στις σημασίες που απαριθμούνται για τη βιβλική λέξη πλοίο. Διαβάστε: «Δεξαμενόπλοιο», «ναυαγοσωστικό πλοίο», «επιβατικό πλοίο», «πλοίο τύπου Roll-on Roll-off· τύπος πλοίου που κατασκευάστηκε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο εσωτερικό μοιάζει με πάρκινγκ με πολλούς ορόφους, και έχει ανοίγματα για τη φορτοεκφόρτωση πολεμικών οχημάτων, μπρος, πίσω και πλάγια». Θαυμάσια. Αφού απολαύσαμε την επίτομη ιστορία της ναυσιπλοΐας, μαθαίνουμε και κάτι καινούργιο για την εποχή της Καινής Διαθήκης: ο Παύλος ταξίδεψε με «επιβατηγό πλοίο»! Ο λεξικογράφος, προφανώς, δεν ήξερε ότι τότε δεν υπήρχαν επιβατηγά πλοία. Επιβάτες φυσικά υπήρχαν, αλλά φιλοξενούνταν πρόχειρα στα φορτηγά πλοία. Βεβαίως, δεν μπορώ να γνωρίζω από πού ο συντάκτης άντλησε την έμπνευσή του. Αναλογιστείτε μόνο ότι ο παλαιός Ευστρατιάδης δεν πέφτει σε τέτοιο σφάλμα και επί της ουσίας αποδεικνύεται καλύτερος για άλλη μια φορά.

Ο λεξικογράφος, ως μελετητής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, υπήρξε εραστής του Ομήρου. Αυτό αντανακλάται σε αρκετά λήμματά του. Στο λήμμα αγαθός αφιερώνει πάμπολλες αράδες στη μυκηναϊκή και ομηρική χρήση της λέξης, υιοθετώντας αυτολεξεί υλικό από το Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Παπύρου, αν και αυτό δεν αναφέρεται πουθενά. Επίσης πάντα καταγράφει την ετυμολογία, ενίοτε με αναφορές στις ινδοευρωπαϊκές ρίζες. Η ετυμολογία σε ένα τέτοιο λεξικό είναι κατ’ ουσίαν άχρηστη, εφόσον υπάρχουν ειδικά έργα προς αυτόν τον σκοπό, και αμφίβολης ποιότητας, καθότι απαιτεί επιστημονική ειδίκευση. Όσο για την ευρύτερη αρχαιοελληνική χρήση, αυτή θα μπορούσε να είναι χρήσιμη όταν υπάρχει όντως σύνδεση με την καινοδιαθηκική χρήση, αλλά ακόμα πιο χρήσιμα είναι δύο πράγματα που συχνάκις αγνοεί ο λεξικογράφος.

Κατ’ αρχάς, απουσιάζει η επαρκής σύνδεση του λεξιλογίου της Καινής Διαθήκης με τη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, τις Εβραϊκές Γραφές και εν γένει το σημιτικό υπόβαθρο των βιβλικών συγγραφέων. Η παιδεία, για παράδειγμα, αν και είναι λέξη με περίοπτη θέση στην ελληνικό κόσμο εφόσον δηλώνει πολιτιστική καλλιέργεια ή κουλτούρα, στην Καινή Διαθήκη χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά με την σημασία της λέξης μουσάρ, δηλαδή ως «διόρθωση» που είναι δυσάρεστη στους αποδέκτες της (Εβραίους 12:11). Αυτή η σημασία απουσιάζει από το νέο λεξικό, ενώ ο κατά εκατό έτη παλαιότερος Ευστρατιάδης δίνει τη σημασία της «τιμωρίας», η οποία πλησιάζει περισσότερο τη σωστή σημασία.

Κατά δεύτερον, έχει ανεπαρκώς λάβει υπόψη το σύγχρονο λεξιλόγιο της Κοινής Ελληνικής, όπως το υλικό των ελληνιστικών παπύρων που ανακαλύφθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Από το ελληνιστικό λεξιλόγιο μάθαμε, λόγου χάρη, ότι την εποχή που γράφτηκαν τα Ευαγγέλια η παρουσία σήμαινε, μεταξύ άλλων, την επίσκεψη ενός βασιλιά. Αυτή η πολύ χρήσιμη πληροφορία για την εσχατολογία απουσιάζει από το λεξικό του Χατζηαργυρού.

Ένα συναφές πρόβλημα υπάρχει με λέξεις που μπορεί να εμφανίζονται λίγες ή μόνο μία φορά στην Καινή Διαθήκη, αλλά εκείνη την εποχή χρησιμοποιούνταν με πολλούς τρόπους. Αντί να δώσει μόνο μία σημασία για τη λέξη αυτή ο λεξικογράφος, είναι σοφότερο να εξηγήσει γενικά πώς χρησιμοποιούνταν η λέξη και ίσως μάλιστα να επιτρέψει στον αναγνώστη να επιλέξει εκείνος τη σωστή σημασία. Το λεξικό του Bauer καταγράφει τέσσερις βασικές σημασίες για τη λέξη χαρακτήρ: (1) «σημάδι ή αποτύπωμα πάνω σε ένα αντικείμενο», (1α) σε κέρματα το αποτύπωμα του εικονιζόμενου, (1β) έμβλημα, (2) «κάτι που παράγεται ως αναπαράσταση, αναπαραγωγή, απεικόνιση», (3) «χαρακτηριστικό γνώρισμα ή τρόπος, διακριτικό σημάδι» και (4) «εμφάνιση, μορφή». Ο Χατζηαργυρός δίνει μόνο τη μία σημασία που θεωρεί σωστή για το μοναδικό εδάφιο εμφάνισης της λέξης και έτσι η απόσταση που τον χωρίζει από τον Bauer είναι αγεφύρωτη.

Ένα άλλο ελάττωμα του λεξικογράφου είναι ότι κουράζει άσκοπα τον αναγνώστη παραθέτοντας ολόκληρα εδάφια (ή μεγάλα μέρη τους) ως παραδείγματα για κάθε μία σημασία ξεχωριστά, ακόμα και αν κάποια σημασία είναι γνωστή και κατανοητή σήμερα. Σαν να μην έφτανε αυτό, πάντα παραθέτει και μετάφραση στα Νέα Ελληνικά, ακόμα και αν η φρασεολογία του εδαφίου είναι απολύτως σαφής. Η τακτική όμως της εκτενούς παράθεσης των συμφραζομένων είναι πραγματικά χρήσιμη μόνο όταν υπάρχουν ιδιαιτερότητες στην ερμηνεία ή στη σύνταξη μιας λέξης. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατάλληλα, πολλές φορές, ακόμα και σχόλια για τη σωστή μετάφραση του κειμένου, για να μην αναφέρουμε τη βιβλιογραφία σε ειδικά άρθρα, και σηκώσουμε πολύ ψηλά τον πήχη. Έτσι λοιπόν, στο λήμμα οφθαλμός, παρότι ο σύγχρονος Έλληνας γνωρίζει πως πρόκειται για το όργανο της όρασης, ο λεξικογράφος θα αφιερώσει χώρο για το παράδειγμά του: ει δε ο οφθαλμός σου ο δεξιός σκανδαλίζει σε, έξελε αυτόν και βάλε από σου. Και ακολουθεί η μετάφραση, την οποία βαριέμαι να γράψω. Όπως καταλαβαίνετε, αν ο λεξικογράφος δεν γέμιζε τα λήμματά του με ένα σωρό τέτοια εδάφια, το λεξικό θα είχε λιγότερες από τις μισές σελίδες.

Ένα τελικό ελάττωμα του λεξικού είναι η θρησκευτική προκατάληψή του. Ο Χατζηραργυρός χρωματίζει με πάθος τα ερμηνεύματά του σύμφωνα με τις προσωπικές του θρησκευτικές πεποιθήσεις, ασχέτως αν η γλώσσα επιτρέπει και διαφορετικές ερμηνείες. Αυτό φαίνεται σε πολλά λήμματα, αλλά και από τις ίδιες τις δηλώσεις του συντάκτη. Συγκεκριμένα, μας λέει στο Παράρτημα για τη λέξη αρχή στο εδάφιο Αποκάλυψη 3:14 ένα περιστατικό που του έτυχε, όταν συνάντησε στον δρόμο κάποιον «απόφοιτο του δημοτικού» ο οποίος πουλούσε θρησκευτικά βιβλία και τον οποίο αποστόμωσε επειδή δεν γνώριζε τη διαφορά μεταξύ γενικής αντικειμενικής και γενικής υποκειμενικής. Ο λεξικογράφος υποστηρίζει, γεμάτος σιγουριά για τις γνώσεις του, πως στη φράση η αρχή της κτίσεως του θεού, η πρώτη γενική είναι υποκειμενική και σημαίνει «η αρχή που κτίζει». Ναι, διαβάσατε καλά. Ο λεξικογράφος, προφανώς από βιασύνη, έπεσε την παγίδα που έστησε, αφού έκανε την γκάφα να μπερδέψει από μόνος του τις γενικές, καθότι γενική υποκειμενική εδώ θα σήμαινε: «η κτίσις άρχει» και όχι «η αρχή κτίζει». Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα στο οποίο ποθεί να καταλήξει είναι απαράδεκτο γλωσσικά, εφόσον στο εδάφιο συνυπάρχει και η γενική του θεού, η οποία είναι αδιαπραγμάτευτα υποκειμενική ή κτητική και δηλώνει σαφώς τον Θεό, και όχι τον Αμήν, ως τον κύριο και την πρώτη αιτία της κτίσεως. Ο Θεός κτίζει, όχι ο Αμήν. Όσο για την αρχή της κτίσεως, με αυτά τα συμφραζόμενα η πιο λογική ερμηνεία περιλαμβάνει τη γενική διαιρετική (=ο πρώτος που κτίσθηκε), όπως λέει το λεξικό του Bauer στο λήμμα αρχή.

Ο λεξικογράφος Αναστάσιος Χατζηαργυρός φυσικά δεν είναι αγράμματος σαν τον «απόφοιτο του δημοτικού». Ωστόσο, το αποτέλεσμα δείχνει πως δεν ήταν σε θέση να ολοκληρώσει τον στόχο που έθεσε. Ό,τι και αν έφταιξε, οι εκδότες του Αρμού όφειλαν να αντιληφθούν τις αδυναμίες του έργου και να πράξουν ανάλογα. Θα μπορούσαν ίσως να κρατήσουν το καλύτερο μέρος του αρχικού έργου με σκοπό να το αναθεωρήσουν και να το εμπλουτίσουν, ώστε τελικά να πληροί τις προδιαγραφές ενός σοβαρού και σύγχρονου λεξικού της Καινής Διαθήκης. Η μόνη λογική εξήγηση που μπορώ να δώσω για τη στάση του Αρμού, ενός οίκου με πολλούς αξιόλογους συνεργάτες, είναι ότι ο συντάκτης ίσως χρηματοδότησε ο ίδιος το έργο του μη επιτρέποντας παρεμβάσεις από τρίτους.

Τελικά, αξίζει να το αγοράσει κανείς; Εγώ το αγόρασα λόγω της υφιστάμενης πενίας ανάλογων έργων στη μητρική μου γλώσσα. Εντούτοις, στη μελέτη μου χρησιμοποιώ σχεδόν αποκλειστικά τα γνωστά ξένα λεξικά. Για κάποιον όμως που δεν διαθέτει αυτά τα έργα ή δεν γνωρίζει Αγγλικά ή Γερμανικά, οι επιλογές του είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Ευτυχώς, υπάρχει ο Σταματάκος, καθώς και ο Κωνσταντινίδης στο διαδίκτυο, και κάπως σώζεται η κατάσταση…

Advertisements

Ο Φίλων και οι απαρχές της χριστιανικής σκέψης

Ο Φίλων ο Αλεξανδρεύς και οι απαρχές της χριστιανικής σκέψης Ο παραπάνω τίτλος δόθηκε σε ένα νέο βιβλίο που εξέδωσαν οι Εκδόσεις Ενάλιος με τη μετάφραση του Νίκου Παπαδάκη και της Martina Κόφφα και την επιμέλεια της Ελένης Κεκροπούλου. Πρόκειται για τμήμα του The Cambridge History of Later Greek and Early Medieval Philosophy που έγραψε ο επιφανής εκκλησιαστικός ιστορικός Henry Chadwick.

Το εν λόγω βιβλίο είναι απολύτως απαραίτητο για όσους ασχολούνται με την πατρολογία και την πρώιμη εκκλησιαστική ιστορία τόσο λόγω του επιστημονικού κύρους του συγγραφέα όσο και λόγω του ότι σπανίζουν παρόμοια έργα στη γλώσσα μας. Με λιτή, σαφή και επί του σημείου γραφή μπορεί να κατατοπίσει ακόμη και έναν αρχάριο σχετικά με τις σημαντικές εξελίξεις στη διαμόρφωση των χριστιανικών δογμάτων κατά τους πρώτους τρεις αιώνες. Για τους πιο μυημένους, πολύ σημαντικό στοιχείο της πραγματείας είναι οι πλήρεις σημειώσεις του συγγραφέα με παραπομπές στις πρωτογενείς πηγές, καθώς και ορισμένες αναφορές σε σύγχρονες μελέτες σε Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά, αν και δυστυχώς η βιβλιογραφία, όπως δείχνει ο κατάλογος στο τέλος του βιβλίου, φτάνει μέχρι τη δεκαετία του 1960, δεδομένου του χρόνου συγγραφής του πρωτότυπου αγγλικού κειμένου. Πάρα ταύτα, η άποψη του Chadwick παραμένει πολύ χρήσιμη και θεωρώ ότι από τότε δεν έχει αλλάξει κάτι σημαντικό στα συμπεράσματα των μελετητών.

Στη συνέχεια καταγράφονται κάποια βασικά σχόλια του συγγραφέα που σκιαγραφούν τον σκελετό της προσέγγισής του και προσθέτω ορισμένα σχόλια που θεωρώ πως είναι υποβοηθητικά.

Φίλων ο Αλεξανδρεύς

philo.jpg (230×309)Το πρώτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον Φίλωνα, δεδομένου ότι

Η ιστορία της χριστιανικής φιλοσοφίας ξεκινάει όχι με κάποιον χριστιανό, αλλά με έναν Ιουδαίο: τον Φίλωνα τον Αλεξανδρέα. (σελ. 31)

Η γνώση για τον Φίλωνα είναι απολύτως απαραίτητη αν θέλει να κατανοήσει κανείς την τροπή που πήρε η χριστιανική σκέψη κατά τον 2ο αιώνα. Ποιος ήταν όμως ο Φίλων;

Ο Φίλων φτάνει στο σημείο να εξελληνιστεί πλήρως. (σελ. 31)

Το έργο του Φίλωνος είναι ένας περίτεχνος συγκερασμός βιβλικής αποκαλυφθείσας θρησκείας και ελληνικής φιλοσοφίας. (σελ. 33)

Ο Φίλων προϋποθέτει ότι οι Έλληνες σοφοί οφείλουν όλη τους τη σοφία στην Πεντάτευχο. Υπονοεί ότι σε οποιαδήποτε περίπτωση, άμεσα ή έμμεσα, ένας είναι ο Θεός που αποτελεί την πηγή του Μωσαϊκού Νόμου και των αληθειών της ελληνικής φιλοσοφίας. (σελ. 34)

Εν ολίγοις, η φιλοσοφία, και ιδιαιτέρως η πλατωνική φιλοσοφία, είναι για τον Φίλωνα σημαντικότερη από τις επιφανειακές απολογητικές σκοπιμότητες. Ο Φίλων δεν προσπαθεί να οικειοποιηθεί έναν λούστρο εξελληνισμού· είναι εξελληνισμένος ως τον πυρήνα της ύπαρξής του. (σελ. 55)

Τι δίδασκε ως αποτέλεσμα της ανάμειξής του με την ελληνική φιλοσοφία;

Μεταξύ του Δημιουργού και των δημιουργημάτων του βρίσκεται ένα αγεφύρωτο χάσμα. (σελ. 41)

Ο υπέρτατος Θεός είναι υπερβολικά απομεμακρυσμένος ώστε να έχει μια άμεση επαφή με αυτόν τον κόσμο, και ήταν ο Λόγος που εμφανίστηκε π.χ. ως καιομένη βάτος. (σελ. 39)

Ο Λόγος είναι «η ιδέα των ιδεών», ο πρωτότοκος Υιός του άκτιστου Πατρός και «δεύτερος Θεός», το πρότυπο και ο μεσολαβητής της δημιουργίας […] Ο Λόγος [λειτουργεί] ως αντιβασιλέας του Θεού μεταξύ δημιουργού και δημιουργήματος. (σελ. 39)

Ο Φίλων πολύ πρόθυμα περιγράφει τον Λόγο ως «αρχάγγελο». (σελ. 40)

Η πραγματική λειτουργία του Λόγου στη σκέψη του Φίλωνος οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το ερέθισμα δεν προέρχεται τόσο από την πλευρά του ιουδαϊσμού, όσο από εκείνη της μεταγενέστερης πλατωνικής φιλοσοφίας, στην οποία ο απομεμακρυσμένος υπερβατικός Θεός χρειάζεται μια δεύτερη, μεταφυσικώς κατώτερη άποψη του εαυτού του για να στραφεί προς τον κατώτερο κόσμο. Αναλόγως, ο Λόγος του Φίλωνος δεν είναι απλώς ένα απαραίτητο κλειδί για την κατανόηση της ανάπτυξης του χριστιανισμού, αλλά και ένα στάδιο εξέλιξης προς τις μεσοπλατωνικές και νεοπλατωνικές εικασίες, σύμφωνα με τις οποίες ο Θεός έχει δύο ή τρία επίπεδα ύπαρξης. (σελ. 40-1)

Η γλώσσα του Φίλωνος ετοιμάζει και από μια άλλη άποψη τον δρόμο προς τη γλώσσα των διαδόχων του. Στην ψυχή ενός στοχαστή, λέει, ο Θεός εμφανίζεται ως μία τριάδα αποτελούμενη από τον εαυτό του μαζί με δύο κυρίαρχες δυνάμεις του, τη δημιουργική καλοσύνη και τη βασιλική εξουσία, οι οποίες συμβολίζονται από τα Χερουβίμ. (σελ 41)

Τι δίδασκε για την ψυχή και τον άνθρωπο;

Με έναν πιο πλατωνικό τρόπο, μπορεί επίσης να αποδεχθεί τον μύθο στον πλατωνικό διάλογο Φαίδρος 3 σχετικά με την έκπτωση των ψυχών που χάνουν τα φτερά τους, μια έκπτωση που επέρχεται λόγω κορεσμού από την υπερβολική εύνοια του Δημιουργού και αγνωμοσύνης για την άνευ όρων αγάπη Του. Κάποιες από τις εκπεσούσες ψυχές καταλήγουν να ενσαρκώνουν υλικά σώματα, ενώ άλλες κατέρχονται σε μικρότερη απόσταση για να υπηρετήσουν ως φύλακες άγγελοι, τους οποίους οι παγανιστές αποκαλούν δαίμονες. (σελ. 42)

Οι δερμάτινοι χιτώνες με τους οποίους ενέδυσε ο Θεός τον Αδάμ και την Εύα κατά την Πτώση τους από τον Παράδεισο είναι τα υλικά σώματά τους. Η ψυχή κατοικεί εντός του σώματος ως εντός του τάφου και το περιφέρει ως πτώμα. (σελ. 42)

Κατά τη διάρκεια αυτής της ζωής, η ψυχή βρίσκεται σε αυτόν τον κόσμο ως ένας περαστικός οδοιπόρος και προσκυνητής […]. Η ψυχή κατέρχεται στη Γη και υποδουλώνεται στη σάρκα, όπως ο Ισραήλ υποδουλώθηκε στην Αίγυπτο, και πρέπει να επιζητεί την Έξοδό της. (σελ. 42)

Ποια ήταν η επιρροή στους χριστιανούς θεολόγους;

Από πολλές απόψεις ο Φίλων φαίνεται να λειτούργησε ως πρότυπο για τον Πλωτίνο, τον Γρηγόριο Νύσσης και τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. (σελ 53)

Με την εξαίρεση κάποιων ουσιωδών δανεικών στοιχείων στις σελίδες του Φλάβιου Ιώσηπου, η ιστορία των επιρροών του Φίλωνος βρίσκεται στον χριστιανισμό, όχι στον ιουδαϊσμό. (σελ. 56)

Ιουστίνος ο Μάρτυς

Ο συγγραφέας ξεκινάει αυτό το κεφάλαιο υποστηρίζοντας ότι

Η χριστιανική φιλοσοφία δεν ξεκινά αυστηρά με την Καινή Διαθήκη (σελ. 59)

καθότι στην καλύτερη περίπτωση κάποιος δεν συναντά εκεί παρά «φευγαλέους απόηχους ελληνικών ιδεών» (σελ. 59). Έτσι,

Η πρώτη σοβαρή εμφάνιση της χριστιανικής φιλοσοφίας γίνεται μέσω του Ιουστίνου του Μάρτυρα κατά τα μέσα του δεύτερου αιώνα. (σελ. 62)

Ποια ήταν η άποψη του Ιουστίνου για τη σχέση πλατωνισμού και Βίβλου και πώς επηρέασαν την άποψή του για τον Θεό και τον Χριστό;

St+Justin+Martyr+3.png (319×400)Ο Ιουστίνος είναι πεπεισμένος ότι με λίγες απαραίτητες τροποποιήσεις και διορθώσεις, οι φιλοσοφίες του Πλάτωνος και του Χριστού μπορούν κάλλιστα να εναρμονιστούν, διότι τόσο με τη Βίβλο όσο και με τον Πλάτωνα, ο Θεός είναι υπερβατικός, είναι ο Ων πέρα από αυτόν τον κόσμο της ύλης, του χώρου και του χρόνου, ακατανόμαστος, ασώματος, απαθής και αμετάβλητος. (σελ. 64)

Η εντυπωσιακή ιδέα ότι ο Σωκράτης και ο Αβραάμ είναι εξ ίσου χριστιανοί ενώπιον του Χριστού καθιστά τον Ιουστίνο πρωτοπόρο αυτού του σχεδίου της παγκόσμιας ιστορίας που αντιμετωπίζει τον χριστιανισμό ως τον ακρογωνιαίο λίθο της αψίδας που δημιουργείται από την ανάμειξη του εβραϊκού και του ελληνικού πολιτισμού. (σελ. 66)

Ο Ιουστίνος αναπτύσσει εκτενώς την άποψη ότι οι περιπτώσεις θεοφάνειας της Παλαιάς Διαθήκης όπως η καιομένη βάτος αποτελούν εκδηλώσεις του Λόγου, όχι του υψίστου Πατρός. Απορρίπτει κάθε ανθρωπομορφισμό στο δόγμα του Θεού και επιμένει, όπως και ο Φίλων, στο ακατανόμαστο του Θεού. (σελ. 68-9)

Τι υποστήριξε για την ψυχή;

Ο Πλάτων μιλάει επίσης ορθώς για τη συγγένεια της ψυχής με τον Θεό και για την ελεύθερη βούληση. Ωστόσο ο Πλάτων έσφαλλε τόσο στην πεποίθηση ότι η αθανασία είναι εγγενές στοιχείο της ψυχής και όχι ένα θείο χάρισμα, όσο και στο ότι αποδεχόταν το δόγμα της ανακυκλωτικής μετεμψυχώσεως. (σελ. 64)

 

Κλήμης ο Αλεξανδρεύς

220px-Saint-clement-of-alexandria.jpeg (220×289)Η επίδραση του Φίλωνα στον Κλήμη είναι πιο εμφανής απ’ ό,τι στον Ιουστίνο, και ως εκ τούτου ο Κλήμης εμπλέκεται περισσότερο στην ελληνική φιλοσοφία από τον προηγούμενο.

Ο Κλήμης αναπαράγει, συχνά χρησιμοποιώντας λόγια του ίδιου του Φίλωνος, […] σύμφωνα με τον οποίο η φιλοσοφία προετοιμάζει την ψυχή για την αποκαλυφθείσα θεολογία. (σελ. 76)

Οι μορφωμένοι και ώριμοι χριστιανοί αναπόφευκτα επιζητούν μια αντίληψη ανώτερη από αυτή της κατηχήσεως, και σε αυτήν την προοδευτικότερη θεολογία περιλαμβάνεται απαραιτήτως η φιλοσοφία. (σελ. 77)

Ο Θεός που έδωσε στους Ιουδαίους την Παλαιά Διαθήκη ως μια προπαρασκευή για τον ενστερνισμό του Χριστού, έδωσε στους Έλληνες τη φιλοσοφία για τον ίδιο σκοπό. Η Παλαιά Διαθήκη και η ελληνική φιλοσοφία είναι δύο παραπόταμοι του ίδιου μεγάλου ποταμού. (σελ. 78)

Τι δίδαξε ο Κλήμης για τον Θεό και τον Χριστό;

Ο Θεός είναι ασύλληπτος, άφραστος και ακατανόμαστος. […] Ο υπέρτατος Πατήρ δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση αντικείμενο της γνώσης μας· ο Υιός αποτελεί το όριό μας, ο οποίος είναι το Άλφα και το Ωμέγα. […] Ο υπέρτατος Πατήρ αποτελεί το θεμέλιο της ύπαρξης, αλλά δεν έχει καμία άλλη λειτουργία. […] Η γλώσσα που χρησιμοποιεί ο Κλήμης στα χωρία στα οποία γράφει ως πρόδρομος του Αρεοπαγίτη είναι εμφανώς δανεισμένη από τον Φίλωνα, καθώς και από τους σύγχρονους Πλατωνιστές. (σελ. 92)

Γράφει για τον Υιό ως μια «ενέργεια» του Πατρός. Ο ρόλος του είναι βοηθητικός. Ο Υιός είναι το θέλημα του Πατρός. (σελ. 88)

Αυτού του είδους οι εικασίες μπορεί να ταιριάζουν με τις εμφατικές διαβεβαιώσεις του σχετικά με την απόμακρη και υπερβατική φύση του Θεού, καθώς και με την αποδοχή από τον Φίλωνα και από τον Ιουστίνο του αξιώματος ότι ο Λόγος είναι η θεία δύναμη που ενυπάρχει σε αυτόν τον κόσμο, επειδή ο Πατήρ δεν μπορεί να έχει καμία άμεση επαφή με αυτόν τον κόσμο. (σελ. 89)

Όσο δε για την ψυχή:

Στο δόγμα του σχετικά με την ψυχή ο Κλήμης συμφωνεί περισσότερο από ποτέ με τους Πλατωνιστές. (σελ. 80)

 

Ωριγένης

origen.jpg (378×476)Ο συγγραφέας, αφού αναφέρεται στην ανατροφή του Ωριγένη, επισημαίνει την— ήδη από τότε αναγνωρισμένη—επίγνωσή του στην ελληνική φιλοσοφία, στην οποία συνετέλεσε και η μαθήτευσή του στον Αμμώνιο Σακκά (σελ. 98). Ο Ωριγένης έχει δεχθεί την επιρροή του Φίλωνος σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό από τον Κλήμεντα, χωρίς ωστόσο να σημαίνει αυτό δουλική μίμηση (σελ. 98-99). Μία από τις διαφορές του είναι ο τρόπος που αντιμετωπίζει τη Μετάφραση των Εβδομήκοντα:

Αντίθετα με τον Φίλωνα και τον Ιουστίνο, ο Ωριγένης ποτέ δεν διασπείρει τις προπαγανδιστικές φήμες σχετικά με τη θεόπνευστη ομοφωνία των 72 Ιουδαίων φιλολόγων που απέδωσαν στα Ελληνικά το κείμενο της Παλαιάς Διαθήκης και […] υπαινίσσεται ότι το ιουδαϊκό πρωτότυπο κείμενο είναι πολύ πιο έγκυρο. Γι’ αυτόν τον σκοπό μπήκε στον κόπο να μάθει Εβραϊκά. (σελ. 100)

Η στάση του Ωριγένη απέναντι στη φιλοσοφία έχει πολλά κοινά με αυτήν του Φίλωνος, του Ιουστίνου και του Κλήμεντος.  Από τη μια μάχεται τον γνωστικισμό αλλά από την άλλη πιστεύει στην ωφέλιμη χρήση της φιλοσοφίας, ως προπαρασκευή για την κατανόηση της χριστιανικής αποκάλυψης, χωρίς όμως να θεωρείται ζωτική για τη σωτηρία  (σελ. 100-1).

Στον Γρηγόριο […] ο Ωριγένης γράφει ότι οι χριστιανοί μπορούν να χρησιμοποιούν τη φιλοσοφία όπως οι Ιουδαίοι έκλεψαν και έτσι στέρησαν από τους Αιγυπτίους τους πολύτιμους λίθους τους κατά την Έξοδο. (σελ. 102)

Ο συγγραφέας θεωρεί ότι, εν αντιθέσει με τον Κλήμεντα, ο Ωριγένης, απαντώντας στον Κέλσο, δεν χαρακτηρίζεται από κόμπλεξ κατωτερότητας απέναντι στην ελληνική σοφία, χωρίς να χρειάζεται να απολογηθεί για την αμορφωσιά της πλειονότητας των χριστιανών ή να ανατρέχει αγωνιωδώς στην αυθεντία των φιλοσόφων για να στηρίξει τη χριστιανική διδασκαλία και ενίοτε γίνεται επιθετικός απέναντι στην κλασική παράδοση (σελ. 102-3).

Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι ο Ωριγένης δεν έχει δεχτεί επιρροές από τον πλατωνισμό.

Ο Ωριγένης απλώς αποδέχεται αξιωματικά την πλατωνική έννοια του νοητού κόσμου, του οποίου αντικατοπτρισμό αποτελεί ο αισθητός κόσμος. (σελ. 107)

Επιπλέον, στο δόγμα του Ωριγένη περί Θεού αποδέχεται ανεπιφύλακτα τον παραδοσιακό πλατωνικό ορισμό σύμφωνα με τον οποίο ο Θεός είναι αναλλοίωτος, απαθής, πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, άμορφος και άχρωμος, πέρα από κάθε χρεία των εγκοσμίων, αν και αυτός μέσω της καλοσύνης του είναι ο δημιουργός του κόσμου. (σελ. 107)

Όσον αφορά τον Υιό του Θεού:

Στη γλώσσα του Ωριγένη απηχεί η διακήρυξη του Φίλωνος ότι ο Λόγος μεσολαβεί, ως αρχιερέας και μεσολαβητής, μεταξύ του Δημιουργού και των δημιουργημάτων του. (σελ. 107)

Όσον αφορά τις ψυχές:

Ο Ωριγένης διδάσκει ότι οι ψυχές δεν είναι αδημιούργητες και αιώνιες, αλλά δημιουργήματα του Θεού […], ασώματα όντα. Εκείνα όμως παραμέλησαν να αγαπούν τον Θεό […] και έτσι εξέπεσαν, κάποια μόνον ελαφρώς και έγιναν άγγελοι, κάποια πολύ περισσότερο και έγιναν δαίμονες, και κάποια ενδιαμέσως και ενσαρκώθηκαν ως ανθρώπινα όντα. (σελ. 109)

Για τη μετά θάνατον τιμωρία:

Το πυρ της κρίσεώς του [του Θεού] είναι εξαγνιστικό και η τιμωρία του είναι πάντα θεραπευτική, ακόμη και αν είναι εξαιρετικά αυστηρή. Και επειδή η ελευθερία είναι αιώνια, ακόμη και στο αποκορύφωμα της διαδικασίας, όταν τα πάντα θα έχουν αποκατασταθεί, είναι εφικτό κατά τον Ωριγένη να υπάρξει εκ νέου κάποια Πτώση, δημιουργώντας έτσι μια σειρά ατελείωτων κύκλων επιλογών. (σελ. 111)

Πώς έβλεπαν οι μεταγενέστεροι τον Ωριγένη;

Μεταγενέστεροι θεολόγοι εξήτασαν με καχυποψία το γεγονός ότι υποτιμά την ιστορία ως μια σφαίρα της θείας αποκαλύψεως. Ωστόσο, οι αρχές του περί αλληγορικής ερμηνείας εξακολούθησαν να υφίστανται, μέχρι που καθιερώθηκαν ως η αποδεκτή ερμηνευτική παράδοση των Γραφών κατά τον Μεσαίωνα. (σελ. 111)

Παρά την ύπαρξη πολλών επικριτών […], πολλά στοιχεία της βασικής θεολογικής του θέσης εισήχθησαν και παρέμειναν στην Ελληνική Ορθόδοξη Παράδοση, στην αναθεωρημένη και επαναδιατυπωθείσα μορφή που της δόθηκε από τους Καππαδόκες Πατέρες και ιδιαίτερα από τον Γρηγόριο Νύσσης. (σελ. 112)

Σχόλια

Από το έργο του Chadwick καθίσταται σαφές ότι  οι χριστιανοί διανοούμενοι του 2ου αιώνα υιοθέτησαν τη θέση του Φίλωνος, καθώς και άλλων εξελληνισμένων Ιουδαίων, ότι η Παλαιά Διαθήκη και η ελληνική φιλοσοφία συγγενεύουν. Αυτό άνοιξε τον δρόμο για το φλερτ, ή και τον γάμο σε ορισμένες περιπτώσεις, ανάμεσα στις βιβλικές και τις φιλοσοφικές διδασκαλίες.

Πολλά βασικά σημεία του παραδοσιακού χριστιανικού θεϊσμού, όπως το ότι ο Θεός είναι ασώματος, ακατάληπτος, ανώνυμος, άχρονος, παντογνώστης (με την απόλυτη έννοια), είναι αντιλήψεις που δεν θα τις πρωτοβρούμε στην Παλαιά ή στην Καινή Διαθήκη αλλά στον Φίλωνα, ο οποίος είχε ενσωματώσει στον Θεό της Βίβλου τις πλατωνικές ιδιότητες.

Ο παραδοσιακός χριστιανικός θεϊσμός εμφανίζεται με σαφήνεια για πρώτη φορά στον Ιουστίνο. Ο Ιουστίνος υιοθετεί τη θεολογική θεωρία του Φίλωνος και, όπως επισημαίνω και στο άρθρο «Φιλοσοφία και Εκκλησιαστικοί Πατέρες: Μια κριτική στις θέσεις του Νίκου Ματσούκα», απατούσε τον εαυτό του νομίζοντας πως οι απόψεις του πλατωνισμού για τη θεία φύση συμφωνούν με τα λεγόμενα της Βίβλου.

Ο πλατωνισμός απαιτούσε η θεία φύση να χωρίζεται με μέγα χάσμα από τη δημιουργία και ως εκ τούτου την ύπαρξη ενδιάμεσων θείων δυνάμεων. Ο Φίλων αποκάλεσε την ενδιάμεση θεία δύναμη «Λόγο», συνδυάζοντας πλατωνικά και στωικά στοιχεία.

Θέλοντας ο Ιουστίνος να παρουσιάσει «επιστημονικά» τη θέση και την εξουσία του Ιησού Χριστού, τον ταύτισε, με ορισμένες τροποιήσεις, με τον «Λόγο» του Φίλωνα. Έτσι έκανε το σφάλμα να παρουσιάσει το χριστιανικό άγγελμα για τη διαμεσολάβηση του Ιησού Χριστού μεταξύ Θεού και κόσμου με όρους και επιχειρήματα της φιλοσοφικής οντολογίας, ενώ στην Καινή Διαθήκη αυτή η ιδέα παρουσιάζεται με όρους οικογενειακούς, ηθικούς και νομικούς.—Λουκάς 20:13· Ιωάννης 3:16· 2 Κορινθίους 5:18, 19· 1 Τιμόθεο 2:5.

Η εν λόγω φιλοσοφική οντολογία περί του Θεού και του Λόγου Του—που υιοθετήθηκε από τον Ιουστίνο, τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα, τον Ωριγένη και άλλους χριστιανούς διανοούμενους του 2ου και 3ου αιώνα—, αν και με σαφήνεια παρουσίαζε τον Λόγο ως κατώτερο στη φύση, άνοιξε τον δρόμο για την τριαδολογία, ίχνη της οποίας, όπως επισημαίνει ο Chadwick, συναντούμε ήδη στον Φίλωνα. Επιπρόσθετες σκέψεις γύρω από τη φιλοσοφική θεολογία και χριστολογία εκείνης της εποχής μπορεί να διαβάσει κανείς στα άλλα άρθρα της θεματικής κατηγορίας «Περί της φύσεως του Θεού».

Ως προς την ανθρωπολογία, ο Φίλων πίστευε στην προΰπαρξη των ψυχών και στον αγώνα τους να επιστρέψουν στην ουράνια επικράτεια, διδασκαλία που συμπεριλαμβάνει τον μυστικισμό. Από τους τρεις χριστιανούς διανοούμενους που εξετάζει ο Chadwick, ο Ιουστίνος παρουσιάζει τη μικρότερη επιρροή στις πλατωνικές αντιλήψεις, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να αρνείται ανοιχτά την αθανασία της ψυχής. Στο άλλο άκρο, ο Ωριγένης γίνεται σαφώς ο πιο δεκτικός, γεγονός που δεν έμεινε χωρίς αντιδράσεις στους χριστιανούς τόσο της εποχής του όσο και μεταγενέστερους, όπως αναλυτικά έχει παρουσιαστεί στο άρθρο «4.2 Η πλατωνική ψυχολογία παρεισφρέει στον χριστιανισμό: οι θέσεις».

Εντούτοις, η επιρροή του Ωριγένη ήταν αδιαμφισβήτητα μεγάλη τόσο στις απόψεις όσο και στην ερμηνευτική τεχνική της αλληγορίας, όπου εύκολα «μοδάτες» ερμηνείες βρίσκουν επινοημένα βιβλικά ερείσματα. Έτσι, κυρίως μέσω του Ωριγένη, η επιρροή του Φίλωνος διαπότισε τη χριστιανική παράδοση.

Το βιβλίο του Chadwick θίγει, επομένως, πολύ σπουδαία σημεία, και το πιο σημαντικό είναι, όπως έγραψα στην αρχή, πως παρέχει πλήρεις παραπομπές στις πρωτογενείς πηγές. Ως εκ τούτου, αξίζει να αγοράσει κανείς το βιβλίο για να ενημερωθεί σχετικά.

Ποιοι υποστηρίζουν ότι ο πλατωνισμός επηρέασε τη διαμόρφωση των δογμάτων του χριστιανισμού;

Η παρούσα ανάρτηση έχει έμμεση σχέση με έναν από τους σκοπούς του ιστολογίου, δηλαδή την ιστορία των χριστιανικών δοξασιών κατά τους πρώτους αιώνες, και αποτελεί εν μέρει απάντηση σε ορισμένους αναγνώστες που, με τα σχόλιά τους στο ιστολόγιο, έχουν αντιδράσει στην άποψη ότι από τον 2ο αιώνα η ελληνική φιλοσοφία, και ιδιαίτερα ο πλατωνισμός, αποτέλεσε σημαντικό παράγοντα στη διαμόρφωση ορισμένων βασικών δογμάτων.

Δυστυχώς, μερικοί παραπληροφορημένοι εξακολουθούν να νομίζουν ότι η άποψη περί επίδρασης του πλατωνισμού στους λεγόμενους «εκκλησιαστικούς συγγραφείς» ή «Πατέρες» είναι περιθωριακή ή έστω προτεσταντική. Η απλή πραγματικότητα είναι πως αυτή είναι η άποψη της πλειονότητας όσων ασχολούνται επιστημονικά με το αντικείμενο και πως περιθωριακή είναι η αντίθετη άποψη, σαν αυτή που διατράνωνε και ο καθηγητής Νίκος Ματσούκας.[1]

Η αβασάνιστη απάντηση ορισμένων «απολογητών» ότι τα περί επίδρασης του πλατωνισμού αποτελούν «προτεσταντικές» απόψεις είναι οικτρά παραπλανητική διότι, αν οι προτεστάντες υποστηρίζουν την πλατωνική επίδραση στη διαμόρφωση των δογμάτων, όπως λόγου χάρη της Τριάδας και της αθανασίας της ψυχής, στην ουσία παραδέχονται ότι οι δικοί τους πρωτεργάτες της Μεταρρύθμισης και οι δικές τους παραδοσιακές ομολογίες πίστης αστοχούν τραγικά σε βασικά θέματα της πίστης. Επομένως, η «προτεσταντική» παραδοχή περί επιρροής του πλατωνισμού θα πρέπει να θεωρείται πολύ θαρραλέα και αναθεωρητική. Στην πραγματικότητα, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά, καθότι οι συντηρητικοί προτεστάντες, καθώς και οι πεντηκοστιανοί, όχι μόνο δεν αγγίζουν τέτοια «ευαίσθητα» θέματα,[2] αλλά αντιθέτως εδώ και μερικές δεκαετίες έχουν στραφεί στην εκκλησιαστική παράδοση για να αντλήσουν υποστήριξη για δικές τους δοξασίες και έθιμα που είναι αδύνατον, τελικά, να υποστηριχθούν μόνο από τη Γραφή.[3]

Μια άλλη πραγματικότητα είναι πως, αν κανείς εξετάσει τα ρωμαιοκαθολικά εγχειρίδια της ιστορίας των δογμάτων, επίσης θα συναντήσει την ευρέως αποδεκτή επιστημονική άποψη, παρά το γεγονός ότι η παράδοση παίζει σημαίνοντα και καθοριστικό ρόλο για αυτούς. Επίσης, συναντά κανείς αυτή την άποψη και σε αρκετά εγχειρίδια και μελέτες Ορθόδοξων ακαδημαϊκών, μερικά από τα οποία έχει επικαλεστεί και το ιστολόγιο.

Το ότι όντως αυτή είναι η κατάσταση όσον αφορά τους Ορθοδόξους αναφέρεται και στην ομιλία του επισκόπου Ναυπακτίας Ιερόθεου Βλάχου, ο οποίος βέβαια αντιδρά και παραπονιέται για αυτό, την οποία μπορείτε να παρακολουθήσετε μέσω του youtube. Συγκεκριμένα για την αποδοχή της άποψης περί πλατωνικής επιρροής γίνεται λόγος από το έβδομο λεπτό της ομιλίας και μετά, με αναφορές σε ζητήματα ανθρωπολογίας που αναλύονται στα Κεφάλαια 4.1 και 4.2 της σειράς «Η ψυχή στη Βίβλο και στον μεταβιβιβλικό ιουδαϊσμό και χριστιανισμό».

Οι κύριες δηλώσεις του Ιερόθεου Βλάχου επί των απόψεων των λεγόμενων μεταπατερικών θεολόγων είναι κυρίως οι εξής:

«η μεταγενέστερη [εκκλησιολογία, από τον 3ο αιώνα και μετά,] προσδιορίστηκε βάσει του γνωστικισμού και των νεοπλατωνικών απόψεων» (7:00)

«επηρεάστηκε από διάφορα ρεύματα που επικρατούσαν στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία» (8:30)

«η μυστική ενατένιση του θείου […], η πνευματικότητα οποία αρχίζει με τον Αναξαγόρα και τον Πλάτωνα και περνά από τον Φίλωνα στους νεοπλατωνικούς, τον Κλήμεντα τον Αλεξανδρέα, τον Ωριγένη και διαμορφώνεται τελικά από τον Ευάγριο τον Ποντικό, που της έδωσε οργανωτικό χαρακτήρα. Έτσι, το υπόβαθρο της θεωρίας του Ευαγρίου, όπως λένε [οι μεταπατερικοί θεολόγοι] είναι νεοπλατωνικό. Όπως και το υπόβαθρο της θεολογίας του Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου και του Αγίου Γρηγορίου Νύσσης είναι νεοπλατωνικό» (8:40)

«Μέσα σε αυτή την προοπτική ακολούθησαν όλοι οι μεταγενέστεροι, όπως λένε, Πατέρες, δηλαδή τα έργα του Αγίου Διονυσίου Αεροπαγίτου, και άλλοι, όπως ο Μάρκος ο Ασκητής, ο Διάδοχος ο Φωτικής, ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Ιωάννης της Κλίμακος, ο Φιλόθεος ο Σιναΐτης, ο Ησύχιος της Βάτου, ο Νικήτας ο Στηθάτος, ο Γρηγόριος ο Σιναΐτης και οι ησυχαστές του Άθωνα, με κορυφαίο βέβαια τον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά. Όλοι αυτοί είναι νεοπλατωνικοί». (9:40)

«Το συμπέρασμα, κατά τους μεταπατερικούς θεολόγους, είναι ότι δήθεν οι Πατέρες, από τον 3ο αιώνα και μετά, ανέτρεψαν την εκκλησιολογία της αρχαίας εκκλησίας της Βίβλου. Αλλά και οι ίδιοι οι Πατέρες χωρίζονται σε δύο κατηγορίες, που έχουν επηρεαστεί από τη φιλοσοφοφία, κυρίως τον νεοπλατωνισμό, τους στωικούς φιλοσόφους και άλλες μυστικές παραδόσεις. Φυσικά, μια τέτοια εξωτερική και λογική ανάλυση της διδασκαλίας των Πατέρων, κυρίως της φιλοκαλίας, αποδομείται με μια τέτοια ανάλυση ολόκληρη η θεολογία της εκκλησίας για τις προϋποθέσεις της γνώσεως του Θεού, διασπάται η ενιαία πατερική παράδοση, υπονομεύεται η ησυχαστική παράδοση της εκκλησίας μας όπως διατυπώθηκε στις ευχές και στους ύμνους της εκκλησίας και όπως θεσπίσθηκε στις Οικουμενικές Συνόδους, κυρίως στην Θ΄ Οικουμενική Σύνοδο, επί του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Επίσης με αυτές τις διδασκαλίες εξουδετερώνεται και ολόκληρο το πνεύμα της φιλοκαλίας, και η διδασκαλία των λεγόμενων νηπτικών πατέρων του 9ου αιώνος». (12:40)

«Πάντως το κύριο και βασικό γνώρισμα των μεταπατερικών θεολόγων είναι ότι υποτιμούν ή αρνούνται τη νηπτική ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας, κυρίως χλευάζουν απρεπέστατα τα περί καθάρσεως, φωτισμού και θεώσεως, που είναι ο πυρήνας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπάρχει εξήγηση για αυτή τη νοοτροπία, όπως την έχει παρουσιάσει ο πατήρ Ιωάννης Ρωμανίδης. Έλεγε: “Υπάρχει μια άποψη ότι η διδασκαλία περί τελειότητος κατά τους Αγίους Πατέρες είναι ειδωλολατρικής προέλευσης και ότι τάχα οι Πατέρες της Εκκλησίας ήταν επηρεασμένοι από τις διακρίσεις αυτές μεταξύ καθάρσεως, φωτισμού και θεώσεως, υπάρχει δηλαδή σαφής αυτός ο χαρακτηρισμός στους νεοπλατωνικούς, και λόγω μιας ομοιότητας αυτών των δύο οι δικοί μας έχουν υιοθετήσει την άποψη αυτή που κυρίως προέρχεται από τις μελέτες που έχουν κάνει οι προτεστάντες. […] Μετά οι ιστορικοί προτεστάντες ασχολήθηκαν με το θέμα και χάρηκαν τόσο πολύ όταν βρήκαν την καταπληκτική ομοιότητα μεταξύ πατερικής διδασκαλίας και της διδασκαλίας των ειδωλολατρών και ισχυρίστηκαν ότι είναι ειδωλολατρικής προελεύσεως τα περί σταδίων τελειώσεως. […] Και βλέπεις τώρα εκεί τα συγγράμματα των Ορθοδόξων θεολόγων γεμάτα, παντού βλέπεις αυτή την ιδέα, ότι η εκκλησία έχει επηρεαστεί από τους ειδωλολάτρες, τους νεοπλατωνικούς, και συγκεκριμένα περί των σταδίων της τελειώσεως”». (26:25)

«Για τη θεολογία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά γράφεται ότι “το σκεπτικό του, και από τον 3ο αιώνα κυρίως με τον Ωριγένη, σύνολης της ανατολικής πατερικής παράδοσης, παραπέμπει έντονα σε κατηγορίες της πλατωνικής και νεοπλατωνικής φιλοσοφίας. Έπειτα, οι ομιλίες του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά στη μεταμόρφωση του Χριστού”, γράφουν, ”είναι γεμάτες από πλατωνικές και πλατωνίζουσες εκφράσεις αλλά και ακολουθούν και αντίστοιχα συλλογιστικά σχήματα». (30:40)

Στο 39:50 ο Ιερόθεος λέει οι Πατέρες «χρησιμοποιούσαν τη γλώσσα της εποχής τους για να αντικρούσουν τους αιρετικούς αλλά δεν χρησιμοποιούσαν τον τρόπο σκέψεώς τους. […] Διότι οι Πατέρες έχουν νου Χριστού, ενώ οι φιλόσοφοι αιρετικοί, αν δεν ομιλούν από δαιμονικό πνεύμα, λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, τουλάχιστον φθέγγονται από την ανθρώπινη διάνοια. Είναι λάθος να υποστηρίζετε ότι οι άγιοι Πατέρες ήταν νεοπλατωνικοί ή ωριγενιστές. Συνιστά βαθύτατη άγνοια της θεολογίας ή θα έλεγα διαστρέβλωσή της».


[2] Βλέπε για παράδειγμα στα Ελληνικά την «προτεσταντική» εκδοχή της εκκλησιαστικής ιστορίας του Γ.Α. Χατζηαντωνίου, Η Εκκλησία του Χριστού τα πρώτα εξακόσια χρόνια (1993) των εκδόσεων «Ο Λόγος».

[3] Επίσης στα Ελληνικά, χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή της ιστοσελίδας «Πατερικόν Εγκόλπιον».

Τελευταία ενημέρωση 4 Απριλίου 2012