Από τον χιλιασμό στη βυζαντινή Βασιλεία του Θεού

Πριν από λίγες εβδομάδες κυκλοφόρησαν σε καλαίσθητη έκδοση τα πρακτικά του περσινού συνεδρίου του Άρτου Ζωής με θέμα Η μεσσιανική ιδέα και οι μεταμορφώσεις της: Από την Παλαιά Διαθήκη ώς τους πολιτικούς μεσσιανισμούς του 20ού αιώνα. Για όσους ασχολούνται με την ιστορία της Βίβλου και του χριστιανισμού τα περιεχόμενα έχουν, αναμφίβολα, μεγάλο ενδιαφέρον, αποτέλεσμα του οποίου θα είναι και τρία σχετικά άρθρα που θα δημοσιεύσω.

Σε αυτή την πρώτη δημοσίευση θα δοκιμάσω να κάνω μια περίληψη της εισήγησης του ιερέα Αντώνιου Πινακούλα με τίτλο «Βυζαντινός μεσσιανισμός: Η περίοδος της Ουτοπίας», περιλαμβάνοντας και μερικές φράσεις-κλειδιά που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας αλλά και ορισμένα δικά μου σχόλια.

Αντώνιος Πινακούλας

Ο εισηγητής ξεκινάει αναφερόμενος στην ιδέα της Βασιλείας του Θεού. Κατά την άποψή του, αυτή εμφανίζεται συνήθως με δύο τρόπους:

«Είτε ως χιλιαστική προσδοκία βίαιης ανατροπής του αμαρτωλού κόσμου είτε ως πρόγραμμα βαθμιαίας χριστιανοποίησής του» (σελ. 129).

Πράγματι, θα συμφωνήσω ότι ο χριστιανικός χιλιασμός, στη γνήσια μορφή του, σημαίνει τη βίαιη ακύρωση και αντικατάσταση των ανθρώπινων κυβερνήσεων από την ουράνια κυβέρνηση. Ενώ στη δεύτερη περίπτωση θεωρείται ότι η ουράνια κυβέρνηση εκφράζεται μέσω των ανθρώπινων κυβερνήσεων. Εν προκειμένω, ο

«βυζαντινός μεσσιανισμός είναι η συνείδηση των κατοίκων του ανατολικού ρωμαϊκού κράτους ότι η αυτοκρατορία ήταν η πραγμάτωση του χριστιανικού ιδεώδους από τη στιγμή που την κυβέρνησή της ανέλαβαν οι χριστιανοί» (σελ. 130).

Βέβαια, ένα καλό ερώτημα είναι πώς και γιατί έγινε η μετάβαση από τον χιλιασμό[1] στον βυζαντινό μεσσιανισμό. Ο εισηγητής αναφέρει ότι την οδό προετοίμασαν Πατέρες όπως ο Μελίτων Σαρδέων και ο Ωριγένης. Τούτοι υποστήριξαν την κοινή μοίρα και τη σύγκλιση μεταξύ Αυτοκρατορίας και Εκκλησίας κατά τη βούληση του Θεού, έτσι ώστε να μπορεί να λεχθεί μάλιστα ότι οι διωγμοί δεν αποτέλεσαν παρά ατυχήματα λόγω άγνοιας της εξουσίας (σελ. 131, 134). Ο εισηγητής παρατηρεί ότι αυτή η αντίληψη

«κυοφορήθηκε για έναν αιώνα μετά τη διάψευση ενός επικείμενου τέλους της ιστορίας, που προσδιοριζόταν στην αρχή στα όρια μιας γενιάς» (σελ. 133).

Πράγματι, φαίνεται ότι η απογοήτευση για το ότι δεν εγκαθιδρύθηκε η χιλιετής βασιλεία του Θεού τόσο σύντομα όσο αναμενόταν άνοιξε τον δρόμο για την «επανερμηνεία» του μεσσιανισμού (Βλ. Ματθαίος 25:5· Λουκάς 19:11, 12). Ως αποτέλεσμα, με τον καιρό, παρά την αρχική «αρνητική θεώρηση του ρωμαϊκού κράτους», «χρωματίζεται όλο και πιο θετικά η θέση του ανάμεσα στον παρόντα χρόνο και σε εκείνον του Αντιχρίστου» (σελ. 141).

Αυτός, ωστόσο, που διατύπωσε με πληρότητα την ιδέα ότι η Αυτοκρατορία εκφράζει τη Βασιλεία του Θεού δεν ήταν παρά ο Ευσέβιος, υποστηρίζοντας τη «συγχώνευση» Εκκλησίας και Κράτους (σελ. 132).

«Η άνοδος του Κωνσταντίνου στο θρόνο», λέει ο εισηγητής, «είναι για τον Ευσέβιο η εγκαθίδρυση του μεσσιανικού βασιλείου στη γη και η πλήρωση των στόχων της Ουτοπίας» (σελ. 135).

Και τονίζει τις συνέπειες μιας τέτοιας αντίληψης:

«Η χριστιανική Ουτοπία δεν διαρρηγνύει όλους τους δεσμούς με τον περιβάλλοντα ειδωλολατρικό κόσμο. Αντίθετα, θέλει να είναι και συνέχεια» (σελ. 135).

Δείγμα αυτής της συνέχειας φαίνεται από τον συσχετισμό της δομής της Εκκλησίας με τη δομή του αρχαιοελληνικού κόσμου, και ιδίως των δημοκρατικών θεσμών. Κατά τον Ευσέβιο, λόγου χάρη, στη χωροταξική εικόνα της εκκλησίας «θα βρει κανείς όχι μόνο τις τρεις τάξεις της πλατωνικής πολιτείας και τον φιλόσοφο κυβερνήτη της, αλλά θα βρει επίσης διορθωμένα τα λάθη και συμπληρωμένες τις παραλείψεις της» (σελ. 141). Για τον Χρυσόστομο «η τοπική Εκκλησία γίνεται εκκλησία του Δήμου και καταλαμβάνει ολόκληρο τον δημόσιο χώρο, από την αγορά μέχρι το θέατρο. Οι κήρυκες είναι οι ρήτορες και οι ομιλίες τους οι δημηγορίες» (σελ. 142).

Ο εισηγητής παρατηρεί ότι η περίοδος του βυζαντινού μεσσιανισμού (4ος-6ος αι.) αποτελεί και την περίοδο των μεγάλων Πατέρων, με τους συνεχιστές τους να είναι απλώς σχολιαστές των προγενέστερων έργων (σελ. 136). Στην Ε΄ Οικουμενική Σύνοδο (553) ορίζονται επακριβώς ποιοι είναι οι έγκριτοι Πατέρες, όπως επαναλαμβάνει μεταγενέστερα και ο Μάξιμος ο Ομολογητής. Ο τελευταίος θα πεθάνει στην εξορία, ο Δαμασκηνός ζει εκτός αυτοκρατορίας και ο Συμεών θα ονομαστεί ειρωνικά «νέος θεολόγος» (σελ. 173). Έτσι, μετά τον 6ο αιώνα

«το ιδεολογικό σχήμα του βυζαντινού κράτους είναι συντηρητικό, αφού κοιτάει πάντα προς το παρελθόν, και η θεολογία του κοιτάει πάντα προς τους μεγάλους Πατέρες, κοιτάει πάντα προς την αυτοκρατορία του Ιουστινιανού, κάτι που δεν θα το χάσει ποτέ, μέχρι την κατάλυσή του» (σελ. 174).

Παράλληλα, χαρακτηριστικό της Ουτοπίας είναι η εμφάνιση της εκκλησιαστικής ιστορίας (σελ. 143). Βέβαια, «από τον Ευσέβιο απουσιάζει κάθε αναφορά σε πολιτικά γεγονότα που δεν έχουν άμεση σχέση με την Εκκλησία. Σημάδι ότι οι δυο παράγοντες πορεύονται παράλληλα» (σελ. 145). Ωστόσο, οι συνεχιστές του αναμειγνύουν τα εκκλησιαστικά και τα πολιτικά γεγονότα, γεγονός που μαρτυρεί την προοδευτική συγχώνευση.

«Από τον Ευάγριο ιστορείται και η έκδοση των δύο αυτοκρατορικών διαταγμάτων, του “Εγκυκλίου” (475) και του “Ενωτικού” (482), όπου για πρώτη φορά ο αυτοκράτορας καθορίζει μόνος του το περιεχόμενο της πίστης. Πρόκειται για γεγονότα που, μαζί με τη στέψη του αυτοκράτορα από τον Πατριάρχη, η οποία αρχίζει την ίδια εποχή, επιβεβαιώνουν, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, τη συγχώνευση» (σελ. 146).

Ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό της μετάβασης από τον χιλιασμό στη βυζαντινή Ουτοπία είναι οι περιπέτειες του βιβλίου της Αποκάλυψης. Αυτό θεωρήθηκε τον 2ο αιώνα ως εξαγγελία μιας θεόθεν βίαιης ανατροπής της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, που κυβερνούσε τον τότε γνωστό κόσμο, ενώ μεταγενέστερα η ίδια αυτοκρατορία παρουσιαζόταν από τους χριστιανούς ερμηνευτές ως η επίγεια βασιλεία του Θεού. Η αντίδραση από όσους είχαν τη δεύτερη άποψη ήταν είτε να απορρίψουν το βιβλίο της Αποκάλυψης είτε να το επανερμηνεύσουν με τρόπο που να συμφωνεί με την ιδεολογία τους. Το πρώτο δεν πέτυχε, αλλά η νέα

«ερμηνεία της θα την απαλλάξει από τα αντιρωμαϊκά στοιχεία και θα καταφέρει να την ενσωματώσει στο corpus των κειμένων της Καινής Διαθήκης» (σελ. 138).

Ο Οικουμένιος τον 6ο αιώνα θα συγγράψει το πρώτο πλήρες υπόμνημά της (σελ. 138), αν και «λείψανο αυτής της ιστορίας είναι η μέχρι σήμερα απουσία της Αποκάλυψης από την ανθολογία των βιβλικών κειμένων που αναγιγνώσκονται στην Εκκλησία». Και ο εισηγητής διερωτάται εύλογα:

«Πώς θα ήταν δυνατόν εξάλλου να συνυπάρξουν στην ίδια δημόσια συνάθροιση η δοξολογία υπέρ της ρωμαϊκής οικουμένης και η ρηματική καταδίκη της;» (σελ. 139).

Υποσημειώσεις


[1] Ο εισηγητής υποστηρίζει ότι ο χιλιασμός εμφανίστηκε στις αρχές του 2ου αιώνα (σελ. 139), θέση με την οποία δεν συμφωνώ και που θα σχολιάσω εκτενώς στο μελλοντικό άρθρο για την εισήγηση του καθηγητή Χρήστου Καρακόλη «Το καινοφανές του πρωτοχριστιανικού μεσσιανισμού».

Advertisements

«Τα Θεοφάνια: μια αρχαιότερη εορτή από τα Χριστούγεννα», από τον Δημήτριο Μόσχο

Το κάτωθι κείμενο συντάχθηκε από τον κ. Δημήτριο Μόσχο, Λέκτορα Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας Τμήματος Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών, και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Ορθόδοξος Κόσμος,  φύλλο 05 της Δευτέρας 07/01/2008.

«Στις 6 Ιανουαρίου κλείνει ένα πλουσιότατο σε λατρευτικά δρώμενα, παραδοσιακά έθιμα και μακραίωνες συνήθειες Δωδεκαήμερο, που συνδέεται με κεντρικά στοιχεία του χριστιανικού Ευαγγελίου: την κατά σάρκα γέννηση, την Περιτομή και τη Βάπτιση του Ιησού Χριστού, που είναι βασικοί σταθμοί της Ενανθρώπησης του Θεού στον κόσμο. Παράλληλα, την 1η του έτους εορτάζεται και η μνήμη του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας μας, Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας. Ο συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων κάνουν το διάστημα αυτό έναν πόλο εορταστικό και λατρευτικό στην καρδιά του χειμώνα, που συμπληρώνεται από τον αντίστοιχο εαρινό, δηλαδή εκείνον των πασχαλίων εορτών. Πώς προέκυψε όμως ιστορικά το εορταστικό αυτό σύμπλεγμα; 

»1. Η αρχή των Θεοφανείων

»Για τις εορτές και τη λατρεία των πρώτων Χριστιανών οι πηγές μας είναι βέβαια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, κατόπιν οι λεγόμενοι Αποστολικοί Πατέρες, που υπήρξαν μαθητές και “ακουσταί” των Αποστόλων, όπως ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, ο Κλήμης Ρώμης και άλλοι, και κατόπιν άλλοι χριστιανοί συγγραφείς του 2ου και 3ου αιώνα, καθώς και κείμενα κανόνων, προτροπών και διδαχών που γράφτηκαν τότε. 
  
»Σ’ αυτά ξεχωρίζουμε το Πάσχα και την κυριακάτικη Θ. Λειτουργία, τις καθημερινές προσευχές και το βάπτισμα των νέων Χριστιανών, που γινόταν ομαδικά το Μέγα Σάββατο το βράδυ. Για την περίοδο αυτή, του χειμώνα, η πρώτη μαρτυρία που έχουμε είναι του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα (δηλαδή 150-210), που μας πληροφορεί ότι οι οπαδοί του Βασιλείδη (που ήταν της αίρεσης των Γνωστικών) γιόρταζαν την ημέρα “του βαπτίσματος του Κυρίου” με αγρυπνίες και αναγνώσματα, χωρίς όμως να συμφωνούν όλοι για την ημερομηνία – άλλοι την τοποθετούσαν στις 6 κι άλλοι στις 10 Ιανουαρίου. 
  

»΄Οπως συμπεραίνουν νεώτεροι ειδικοί, από το διάστημα αυτό, ξεκινώντας ίσως από την Αλεξάνδρεια, μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα σ’ όλη την Ανατολή, την 6η Ιανουαρίου εορταζόταν μια τριπλή εορτή: η γέννηση του Χριστού, η προσκύνηση των μάγων και η βάπτισή Του. Η λέξη “Επιφάνεια” καλύπτει και τις τρεις εορτές, είναι η φανέρωση του Θεού ως βρέφους στους ανθρώπους γενικά και στους Μάγους ειδικά, η φανέρωση της Θεότητας στον Ιορδάνη με τη συμμαρτυρία του Πατρός και του Πνεύματος. Γιατί όμως στις 6 Ιανουαρίου; 
  
»Η προέλευση, πιθανότατα, είναι εξωβιβλική: είναι γνωστό, ότι αιγύπτιοι λάτρεις ενός μυστηριακού θρησκεύματος εόρταζαν την εμφάνιση του Χρόνου ή Κρόνου μέσα από τα νερά του Νείλου στις 6 Ιανουαρίου. Αυτή ήταν μια από τις πολλές ειδωλολατρικές “Επιφάνειες”. Είναι φανερό ότι οι Χριστιανοί ξεκίνησαν στην Αίγυπτο να δίνουν τη δική τους απάντηση για το ποια είναι η πραγματική “Επιφάνεια” του Θεού μέσα από τα νερά: αυτή του βαπτιζομένου Ιησού. Με το παράδειγμά Του και την εντολή Του αργότερα για βάπτιση των πιστευόντων όχι μόνο πλέον “εν ύδατι” (όπως στην θρησκευτική πρακτική πολλών ανατολικομεσογειακών θρησκειών, όπου το λιγοστό νερό θεωρείται πάντα θεόσταλτο καθαρτήριο), αλλά και “εν Πνεύματι”, ο Χριστός αναδείκνυε τη μοναδική ιστορική “Επιφάνεια” του Θεού σε μια ιστορία ευθύγραμμη, που δεν επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, η “Επιφάνεια” των νερών ή του θεού-Ηλίου (solis invicti) στη Δύση, κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, ήταν η αποθέωση της κυκλικής φυσικής ροής του κόσμου.

»2. Η ανάδειξη της ημέρας των Χριστουγέννων

»Το βέβαιο είναι ότι μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα τα Θεοφάνεια ή “Φώτα” ή Επιφάνεια εμπεριείχαν και την εορτή των Χριστουγέννων, ένας συνδυασμός που απαντά ακόμη και σήμερα στο εορτολόγιο της Αρμενικής Εκκλησίας. Την εποχή του Μ. Βασιλείου (+ 379) και του Γρηγορίου του Θεολόγου μαρτυρούνται στη Μικρά Ασία οι πρώτες περιπτώσεις χωρισμού των δύο εορτών, όπου τα Χριστούγεννα άρχισαν να εορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου από επίδραση της Εκκλησίας της Ρώμης. 
  
»Στη Ρώμη είχε αρχίσει από τις πρώτες δεκαετίες του 4ου αιώνα (περί το 330-340) ο εορτασμός των Χριστουγέννων ως απάντηση στα ειδωλολατρικά Βρουμάλια ή Σατουρνάλια, που ήταν η λατρεία του αναγεννώμενου Ηλίου, όταν (περισσότερο εμφανώς στα βορειότερα κλίματα) άρχιζε να ξαναμεγαλώνει η μέρα, μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Οι Χριστιανοί στη λατρεία του «ξαναγεννημένου Ήλιου» του φυσικού κύκλου, απαντούσαν με τη γέννηση του «νοητού Ηλίου της Δικαιοσύνης». Περί το 375 άρχισαν να εορτάζονται τα Χριστούγεννα και στη Συρία και το 386 ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πρεσβύτερος στην Αντιόχεια, εξέφρασε στο Λόγο του “Εις την γενέθλιον ημέρα του Σωτήρος” τη χαρά του, που επιτέλους η 25η Δεκεμβρίου μπήκε επίσημα στο εορτολόγιο της πόλης. Μέχρι το 432 η εορτή είχε φθάσει και στην Αλεξάνδρεια. 
  
»Ενώ στη Δύση τα Επιφάνεια συνδέονται μέχρι σήμερα, κυρίως, με την προσκύνηση των Μάγων, στην Ανατολή εξακολούθησαν να εορτάζονται με μεγάλη λαμπρότητα: στα Ιεροσόλυμα την εποχή εκείνη, μας πληροφορεί το Οδοιπορικό της Αιθερίας (ταξιδιωτικός οδηγός μιας ευσεβούς Μαυριτανής κυρίας στα τέλη του 4ου αιώνα) ότι επί μία εβδομάδα μετά τις 6 Ιανουαρίου τελούνταν μία Λειτουργία κάθε μέρα σε συγκεκριμένους μεγάλους ναούς της πόλης από τον επίσκοπο ή μοναχούς. 
  
»Οι γνωστές σε όλους μας ευχές του Μεγάλου Αγιασμού έχουν σαφώς εξορκιστικό χαρακτήρα και καταδεικνύουν το θρίαμβο της νίκης του ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού (άρα, τελικά, του ανθρώπου, που ενώνεται με το Θεό) πάνω στον “γκρίζο” κόσμο πνευμάτων, κακοποιών στοιχείων, αοράτων “αρνητικών” δυνάμεων (όπως λέμε σήμερα) κλπ. Πολύ σωστά έχει, λοιπόν, συνδεθεί στη λαϊκή αντίληψη η έξωση των καλικαντζάρων ή “παγανών” με τον αγιασμό των υδάτων. Βαθμιαία, το διάστημα των 40 ημερών πριν τα Χριστούγεννα και των 40 ημερών μετά, μέχρι την Υπαπαντή, έγινε μια λαμπρή εορταστική αλυσίδα, που στις μέρες μας έχει, δυστυχώς, εκφυλιστεί σε άλλοθι καταναλωτισμού».

Χριστουγεννιάτικο δέντρο και άλλα συναφή έθιμα: σύντομο βιογραφικό από άρθρο του Christianity Today

Πρόσφατα δημοσιεύτηκε ένα ηλεκτρονικό άρθρο στον γνωστό και έγκυρο προτεσταντικό ιστότοπο της εκκλησιαστικής ιστορίας του Christianity Today, εκπονημένο από τον Edwin Woodruff Tait, επίκουρο καθηγητή της Βίβλου και της Θρησκείας στο Huntington University, και την Jennifer Woodruff Tait, επίκουρο καθηγήτρια Εκκλησιαστικής Ιστορίας στο Asbury Theological Seminary, σχετικά με το ιστορικό του χριστουγεννιάτικου δέντρου και διαφόρων συναφών εθίμων.


Ακολουθεί μερική μετάφραση του άρθρου:

«Μες στην καρδιά του χειμώνα, το αειθαλές δέντρο αποτελούσε αρχαίο σύμβολο της ζωής. Οι Ρωμαίοι διακοσμούσαν τα σπίτια τους με κλαδιά αιθαλών δέντρων και οι αρχαίοι κάτοικοι της βόρειας Ευρώπης έκοβαν τα αειθαλή δέντρα και τα “φύτευαν” σε κουτιά μέσα στα σπίτια τους κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Πολλοί από τους πρώτους χριστιανούς εχθρεύονταν αυτού τους είδους τα έθιμα. Ο συγγραφέας του 2ου αιώνα Τερτυλλιανός καταδίκασε τους χριστιανούς που συμμετείχαν στους χειμερινούς εορτασμούς ή διακοσμούσαν τα σπίτια τους με κλαριά από δάφνες προς τιμήν του αυτοκράτορα:

»“Αφήστε σ’ αυτούς
για τους οποίους οι φλόγες της κολάσεως επίκεινται
να τις στερεώσουν στους ορθοστάτες τους,
δάφνες που είναι καταδικασμένες για να καούν:
σε δαύτους ταιριάζουν οι μαρτυρίες του σκότους
και τα προμηνύματα των τιμωριών τους.
Εσείς είστε το φως του κόσμου και το αειθαλές δέντρο.
Αν αποκηρύξατε ναούς, μη μετατρέπετε τις πόρτες σας σε ναό”.

»Στις αρχές, όμως, του Μεσαίωνα είχε ήδη εξαπλωθεί ο θρύλος πως, όταν ο Χριστός γεννήθηκε μέσα στο καταχείμωνο, κάθε δέντρο της γης θαυματουργικά τίναξε τον πάγο και το χιόνι του και ξεπέταξε πράσινα κλωναράκια. Την ίδια εποχή, οι χριστιανοί ιεραπόστολοι που κήρυτταν στους γερμανικούς και τους σλαβικούς λαούς έπαιρναν μια πιο επιεική στάση απέναντι τα πολιτιστικά έθιμα—όπως αυτά με τα αειθαλή δέντρα. Οι ιεραπόστολοι τούτοι πίστευαν πως η Ενσάρκωση ανήγγελλε  την κυριότητα του Χριστού επί των εν λόγω φυσικών συμβόλων που προγενέστερα χρησιμοποιούνταν στη λατρεία των παγανιστικών θεών. Όχι μόνο άνθρωποι, αλλά και κουλτούρες, σύμβολα και παραδόσεις θα μπορούσαν να προσηλυτιστούν. […]

»Παρά μόνο κατά την Αναγέννηση απαντούν σαφή ιστορικά στοιχεία για δέντρα που χρησιμοποιούνταν ως σύμβολα των Χριστουγέννων—αρχής γενομένης στη Λάτβια το 1510 και το Στρασβούργο το 1521. Θρυλείται ότι το χριστουγεννιάτικο δέντρο το επινόησε ο μεταρρυθμιστής Μαρτίνος Λούθηρος, αλλά αυτή η παράδοση ελάχιστα μπορεί να τεκμηριωθεί από ιστορική άποψη.

»Η πιο πιθανή θεωρία είναι ότι τα χριστουγεννιάτικα δέντρα ξεκίνησαν στα μεσαιωνικά θεατρικά έργα [σε αναπαραστάσεις της γέννησης του Χριστού]. […]

»Το έθιμο [της τοποθέτησης δέντρων μέσα στα σπίτια] έγινε δημοφιλές κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, παρά τις διαμαρτυρίες μερικών κληρικών. Επί παραδείγματι, ο λουθηρανός κληρικός Johann von Dannhauer παραπονέθηκε (σαν τον Τερτυλλιανό) για το ότι το σύμβολο αποσπούσε την προσοχή των ανθρώπων από το πραγματικό αειθαλές δέντρο, τον Ιησού Χριστό. […] Εκτός από τα δέντρα, συχνά έστηναν ξύλινες “πυραμίδες”—στοιβάδες από ράφια που έφεραν κεριά, ενίοτε ένα για κάθε μέλος της οικογένειας. Τελικά, τούτες οι πυραμίδες των κεριών τοποθετήθηκαν πάνω στο δέντρο, κάτι που αποτελεί και τον πρόγονο του φωτισμού και του στολισμού των σύγχρονών μας χριστουγεννιάτικων δέντρων.

»Χρειάστηκε να περάσει αρκετός καιρός μέχρι να συσχετιστούν τα δέντρα με τα δώρα. Αν και ο θρύλος συνδέει την ιδέα των χριστουγεννιάτικων δώρων με τα δώρα που έδωσαν οι Μάγοι στον Ιησού, η αληθινή ιστορία είναι πιο περίπλοκη. Όπως τα δέντρα, έτσι και τα δώρα αποτελούσαν ρωμαϊκό έθιμο—τα αντάλλασσαν κατά τη διάρκεια του χειμερινού ηλιοστασίου. Και όπως  τα Θεοφάνια—και αργότερα τα Χριστούγεννα—αντικατέστησαν το χειμερινό ηλιοστάσιο ως εορταστική περίοδο για τους Χριστιανούς, το παραδοσιακό έθιμο της ανταλλαγής δώρων συνεχίστηκε για κάποιο διάστημα. Στην ύστερη αρχαιότητα είχε πλέον σταματήσει, αν και συνεχιζόταν η ανταλλαγή δώρων την Πρωτοχρονιά.

»Τα δώρα έχουν επίσης συσχετιστεί με τον Άγιο Νικόλαο, επίσκοπο των Μυρών (στη σύγχρονη Τουρκία), που απέκτησε φήμη για τα δώρα του στα φτωχά παιδιά. Έτσι, η γιορτή του (6 Δεκεμβρίου) αποτελούσε άλλη μια περίσταση για ανταλλαγή δώρων. […]

»Όπως τα δέντρα, έτσι και τα δώρα εισήλθαν στον οικογενειακό κύκλο περίπου την εποχή του Λούθηρου. […] [Γύρω στο 1841] τα χριστουγεννιάτικα δώρα συνήθως κρέμονταν στο ίδιο το δέντρο».