Ερμηνεία και ενδοκειμενικότητα στο βιβλίο της Αποκάλυψης: η περίπτωση των εσφαγμένων ψυχών, του νέου κόσμου και των 144.000

Πολλοί αναγνώστες θεωρούν παράδοξο τον τίτλο «Αποκάλυψη» για το τελευταίο βιβλίο του βιβλικού κανόνα, αφού συνήθως σαστίζουν από τις ερμηνευτικές δυσκολίες του. Ως γνωστόν, η Αποκάλυψη συστηματικά δανείζεται εικόνες και χωρία από την Παλαιά Διαθήκη, και η σφαιρική βιβλική γνώση είναι απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε απόπειρα κατανόησης. Στην περίπτωση που ακροθιγώς θα εξετάσουμε παρακάτω, προστίθεται μία επιπλέον διάσταση στην ανάπτυξη του κειμένου της Αποκάλυψης, η ενδοκειμενική, αφού καταδεικνύεται πως ένα εκτενές τμήμα από το 6ο και το 7ο κεφάλαιο της Αποκάλυψης συνεχίζεται, συμπληρώνεται ή και αναδιατυπώνεται από ένα εκτενές τμήμα που αρχίζει από την αρχή περίπου του 20ού κεφαλαίου και φτάνει μέχρι την αρχή του 22ου. Για να διευκολύνουμε τον παραλληλισμό, έχουμε χωρίσει τα χωρία σε τρία θεματικά μέρη, και στο τρίτο μέρος απαριθμούμε τα πολλά παράλληλα σημεία.

 

(1)

Καὶ ὅτε ἤνοιξεν τὴν πέμπτην σφραγῖδα, εἶδον ὑποκάτω τοῦ θυσιαστηρίου τὰς ψυχὰς τῶν ἐσφαγμένων διὰ τὸν λόγον τοῦ θεοῦ καὶ διὰ τὴν μαρτυρίαν ἣν εἶχον. καὶ ἔκραξαν φωνῇ μεγάλῃ λέγοντες· ἕως πότε, ὁ δεσπότης ὁ ἅγιος καὶ ἀληθινός, οὐ κρίνεις καὶ ἐκδικεῖς τὸ αἷμα ἡμῶν ἐκ τῶν κατοικούντων ἐπὶ τῆς γῆς;  καὶ ἐδόθη αὐτοῖς ἑκάστῳ στολὴ λευκὴ καὶ ἐρρέθη αὐτοῖς ἵνα ἀναπαύσονται ἔτι χρόνον μικρόν, ἕως πληρωθῶσιν καὶ οἱ σύνδουλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἀδελφοὶ αὐτῶν οἱ μέλλοντες ἀποκτέννεσθαι ὡς καὶ αὐτοί. (6:9-11)

Καὶ εἶδον θρόνους καὶ ἐκάθισαν ἐπ’ αὐτοὺς καὶ κρίμα ἐδόθη αὐτοῖς, καὶ τὰς ψυχὰς τῶν πεπελεκισμένων διὰ τὴν μαρτυρίαν Ἰησοῦ καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦ θεοῦ καὶ οἵτινες οὐ προσεκύνησαν τὸ θηρίον οὐδὲ τὴν εἰκόνα αὐτοῦ καὶ οὐκ ἔλαβον τὸ χάραγμα ἐπὶ τὸ μέτωπον καὶ ἐπὶ τὴν χεῖρα αὐτῶν. καὶ ἔζησαν καὶ ἐβασίλευσαν μετὰ τοῦ Χριστοῦ χίλια ἔτη. (20:4)

 

(2)

Καὶ εἶδον ὅτε ἤνοιξεν τὴν σφραγῖδα τὴν ἕκτην, καὶ σεισμὸς μέγας ἐγένετο καὶ ὁ ἥλιος ἐγένετο μέλας ὡς σάκκος τρίχινος καὶ ἡ σελήνη ὅλη ἐγένετο ὡς αἷμα καὶ οἱ ἀστέρες τοῦ οὐρανοῦ ἔπεσαν εἰς τὴν γῆν, ὡς συκῆ βάλλει τοὺς ὀλύνθους αὐτῆς ὑπὸ ἀνέμου μεγάλου σειομένη, καὶ ὁ οὐρανὸς ἀπεχωρίσθη ὡς βιβλίον ἑλισσόμενον καὶ πᾶν ὄρος καὶ νῆσος ἐκ τῶν τόπων αὐτῶν ἐκινήθησαν.   Καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς καὶ οἱ μεγιστᾶνες καὶ οἱ χιλίαρχοι καὶ οἱ πλούσιοι καὶ οἱ ἰσχυροὶ καὶ πᾶς δοῦλος καὶ ἐλεύθερος ἔκρυψαν ἑαυτοὺς εἰς τὰ σπήλαια καὶ εἰς τὰς πέτρας τῶν ὀρέων καὶ λέγουσιν τοῖς ὄρεσιν καὶ ταῖς πέτραις· πέσετε ἐφ’ ἡμᾶς καὶ κρύψατε ἡμᾶς ἀπὸ προσώπου τοῦ καθημένου ἐπὶ τοῦ θρόνου καὶ ἀπὸ τῆς ὀργῆς τοῦ ἀρνίου, ὅτι ἦλθεν ἡ ἡμέρα ἡ μεγάλη τῆς ὀργῆς αὐτῶν, καὶ τίς δύναται σταθῆναι;  (6:12-17)

Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν. ὁ γὰρ πρῶτος οὐρανὸς καὶ ἡ πρώτη γῆ ἀπῆλθαν καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι. (21:1)

 

 (3)

Καὶ ἤκουσα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐσφραγισμένων, ἑκατὸν τεσσεράκοντα τέσσαρες χιλιάδες [1], ἐσφραγισμένοι ἐκ πάσης φυλῆς υἱῶν Ἰσραήλ [2]· […] Μετὰ ταῦτα εἶδον, καὶ ἰδοὺ ὄχλος πολύς, ὃν ἀριθμῆσαι αὐτὸν οὐδεὶς ἐδύνατο, ἐκ παντὸς ἔθνους [3] καὶ φυλῶν καὶ λαῶν καὶ γλωσσῶν […] καὶ ὁ καθήμενος ἐπὶ τοῦ θρόνου σκηνώσει ἐπ’ αὐτούς [4]. οὐ πεινάσουσιν ἔτι οὐδὲ διψήσουσιν ἔτι οὐδὲ μὴ πέσῃ ἐπ’ αὐτοὺς ὁ ἥλιος οὐδὲ πᾶν καῦμα, ὅτι τὸ ἀρνίον τὸ ἀνὰ μέσον τοῦ θρόνου ποιμανεῖ αὐτοὺς καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων [5]καὶ ἐξαλείψει ὁ θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν [6]. (7:4-17)

Καὶ εἶδον, καὶ ἰδοὺ τὸ ἀρνίον ἑστὸς ἐπὶ τὸ ὄρος Σιὼν [7] καὶ μετ’ αὐτοῦ ἑκατὸν τεσσεράκοντα τέσσαρες χιλιάδες [1] ἔχουσαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ καὶ τὸ ὄνομα τοῦ πατρὸς αὐτοῦ γεγραμμένον ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν [8]. (14:1)

 

Καὶ τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἰερουσαλὴμ καινὴν εἶδον καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ θεοῦ ἡτοιμασμένην ὡς νύμφην κεκοσμημένην τῷ ἀνδρὶ αὐτῆς. καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ θρόνου λεγούσης·  ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ’ αὐτῶν [4], καὶ αὐτοὶ λαοὶ αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ θεὸς μετ’ αὐτῶν ἔσται [αὐτῶν θεός], καὶ ἐξαλείψει πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν [6], καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι οὔτε πένθος οὔτε κραυγὴ οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι, [ὅτι] τὰ πρῶτα ἀπῆλθαν. […] ἐγὼ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν [5]. […]  δεῦρο, δείξω σοι τὴν νύμφην τὴν γυναῖκα τοῦ ἀρνίου. καὶ ἀπήνεγκέν με ἐν πνεύματι ἐπὶ ὄρος μέγα καὶ ὑψηλόν [7], καὶ ἔδειξέν μοι τὴν πόλιν τὴν ἁγίαν Ἰερουσαλὴμ καταβαίνουσαν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ θεοῦ ἔχουσαν τὴν δόξαν τοῦ θεοῦ, […] ἔχουσα πυλῶνας δώδεκα καὶ ἐπὶ τοῖς πυλῶσιν ἀγγέλους δώδεκα καὶ ὀνόματα ἐπιγεγραμμένα, ἅ ἐστιν [τὰ ὀνόματα] τῶν δώδεκα φυλῶν υἱῶν Ἰσραήλ [2]· […] καὶ ἐμέτρησεν τὸ τεῖχος αὐτῆς ἑκατὸν τεσσεράκοντα τεσσάρων πηχῶν [1] μέτρον ἀνθρώπου, ὅ ἐστιν ἀγγέλου. […] καὶ περιπατήσουσιν τὰ ἔθνη [3] διὰ τοῦ φωτὸς αὐτῆς, καὶ οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς φέρουσιν τὴν δόξαν αὐτῶν εἰς αὐτήν, καὶ οἱ πυλῶνες αὐτῆς οὐ μὴ κλεισθῶσιν ἡμέρας, νὺξ γὰρ οὐκ ἔσται ἐκεῖ, καὶ οἴσουσιν τὴν δόξαν καὶ τὴν τιμὴν τῶν ἐθνῶν εἰς αὐτήν [3]. καὶ οὐ μὴ εἰσέλθῃ εἰς αὐτὴν πᾶν κοινὸν καὶ [ὁ] ποιῶν βδέλυγμα καὶ ψεῦδος εἰ μὴ οἱ γεγραμμένοι ἐν τῷ βιβλίῳ τῆς ζωῆς τοῦ ἀρνίου. Καὶ ἔδειξέν μοι ποταμὸν ὕδατος ζωῆς [5] λαμπρὸν ὡς κρύσταλλον, ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ θρόνου τοῦ θεοῦ καὶ τοῦ ἀρνίου. ἐν μέσῳ τῆς πλατείας αὐτῆς καὶ τοῦ ποταμοῦ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ξύλον ζωῆς ποιοῦν καρποὺς δώδεκα, κατὰ μῆνα ἕκαστον ἀποδιδοῦν τὸν καρπὸν αὐτοῦ, καὶ τὰ φύλλα τοῦ ξύλου εἰς θεραπείαν τῶν ἐθνῶν [3]. καὶ πᾶν κατάθεμα οὐκ ἔσται ἔτι. καὶ ὁ θρόνος τοῦ θεοῦ καὶ τοῦ ἀρνίου ἐν αὐτῇ ἔσται, καὶ οἱ δοῦλοι αὐτοῦ λατρεύσουσιν αὐτῷ καὶ ὄψονται τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, καὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐπὶ τῶν μετώπων αὐτῶν [8]. (21:2-22:4)

 

Όπως δείχνουν οι ανωτέρω επισημάνσεις, η εξέταση της ενδοκειμενικής σχέσης των δύο εκτενών χωρίων αποδεικνύει τη στενή θεματική τους συνάφεια, οδηγώντας, νομίζω αβίαστα, στην ταύτιση αφενός των 144.000 με τη Νύμφη του Χριστού, τη Νέα Ιερουσαλήμ, και αφετέρου του «πολλού όχλου» με τα «έθνη» που «περπατούν στο φως» της Νέας Ιερουσαλήμ και «θεραπεύονται» από τα φύλλα των αειφόρων δέντρων, τα οποία ποτίζονται από τον ποταμό ζωής που ρέει μέσα από την Νέα Ιερουσαλήμ. Αυτή η διαπίστωση είναι καθοριστική για την ερμηνεία των χωρίων. Ο καινοδιαθηκολόγος Richard Longenecker αναφέρει πως οι τρεις προτεινόμενες ερμηνείες για την ταυτότητα των 144.000 είναι πως αυτοί συμβολίζουν είτε τους (α) κατά σάρκα Ιουδαίους χριστιανούς είτε (β) όλους τους χριστιανούς είτε (γ) μια εκλεκτή ομάδα χριστιανών[1]. Ωστόσο, η ταύτιση των 144.000 με τη Νύμφη αποκλείει την πρώτη εκδοχή, αφού η Νύμφη του Χριστού είναι η Νέα Ιερουσαλήμ, ενώ η ταύτιση του «πολλού όχλου» με τα «έθνη» επιβεβαιώνει την τρίτη εκδοχή, εφόσον τα «έθνη» αποτελούν μια σαφώς διαφορετική ομάδα από τη Νύμφη, όπως φαίνεται στο ίδιο το κείμενο της Αποκάλυψης αλλά και στο βιβλίο του Ησαΐα, από όπου είναι παρμένες ορισμένες από τις χρησιμοποιούμενες εικόνες (Ησαΐας 60:1-3 κ.ε.). Εκεί περιγράφεται η μελλοντική σχέση των εθνικών με τους Ισραηλίτες, κατά τρόπο, θα έλεγα, που θυμίζει την προφητευμένη ευλογία στους εθνικούς μέσω του «σπέρματος», δηλαδή των απογόνων, του Αβραάμ (Γένεση 18:18). Είναι παραπάνω από προφανές πως η Αποκάλυψη χρησιμοποιεί αυτή την εικόνα της ενωμένης λατρείας μεταξύ εθνικών και Ισραηλιτών, για να περιγράψει μια ανάλογη πνευματική κατάσταση στο πλαίσιο της Νέας Διαθήκης (Εβραίους 8:13· βλ. Ρωμαίους 8:28-9· Γαλάτες 6:16). Επιπρόσθετα, το ότι οι 144.000 αποτελούν μια «εκλεκτή» ομάδα χριστιανών φαίνεται, μεταξύ άλλων, από το ότι αποκαλούνται «απαρχή» (εβρ. ρεσίθ), δηλαδή «πρώτοι καρποί» της σοδειάς (Αποκάλυψη 14:4· βλ. Έξοδος 23:19). Από την άλλη μεριά, το ότι τα έθνη πρέπει να «θεραπευτούν» και στο μέλλον «θα» γίνουν λαός του Θεού αποδεικνύει πως έχουν ελλείψεις και εκκρεμότητες που δεν έχει η ένδοξη Νύμφη του Χριστού.

Στην αρχή ωστόσο των χωρίων που επί τροχάδην εξετάσαμε υπάρχει μια άλλη εικόνα: οι ψυχές των εσφαγμένων. Η ενδοκειμενική σχέση των δύο συναφών χωρίων αποδεικνύει πως δεν πρόκειται για «αθάνατες» ψυχές αλλά για ψυχές που «έζησαν», δηλαδή «ήρθαν στη ζωή», ή αλλιώς αναστήθηκαν, στον ορισμένο χρόνο του Θεού για να λάβουν την ανταμοιβή τους. Και στη συνέχεια γίνεται σαφές ότι η αντικατάσταση του παλαιού κόσμου από τον νέο κόσμο δεν αφορά τη δημιουργία του Θεού, σαν να έφταιγε αυτή για την ύπαρξη του κακού, αλλά το ανθρώπινο κατεστημένο. Αυτό είναι που πρέπει να σαρωθεί (2 Πέτρου 3:13).

Σε μελλοντικά άρθρα θα εξεταστούν πολλές άλλες λεπτομέρειες αυτών των χωρίων, ιδίως σε εκείνα που θα αναλύσουν διεξοδικά την ανθρωπολογία και εσχατολογία της Καινής Διαθήκης. Το παρόν άρθρο, αν και δεν είναι μέρος της σειράς «Η ψυχή—στη Βίβλο και στον μεταβιβλικό ιουδαϊσμό και χριστιανισμό», λειτουργεί συμπληρωματικά και είναι χρήσιμο από πολλές απόψεις.

Υποσημείωση:

[1] Patterns of Discipleship in the New Testament, Eerdmans, 1996, σελ. 271.

 

50 πρόσωπα της Βίβλου που έχουν επιβεβαιωθεί από την αρχαιολογία (αμετάφραστο προς το παρόν)

Sargon II, one of fifty Hebrew Bible figures identified in the archaeological record.
In “Archaeology Confirms 50 Real People in the Bible,” in the March/April 2014 issue of Biblical Archaeology Review, Purdue University scholar Lawrence Mykytiuk lists 50 figures from the Hebrew Bible that have been confirmed archaeologically. The 50-person chart in BAR includes Israelite kings and Mesopotamian monarchs as well as lesser-known figures. Mykytiuk writes that “at least 50 people mentioned in the Bible have been identified in the archaeological record. Their names appear in inscriptions written during the period described by the Bible and in most instances during or quite close to the lifetime of the person identified.” The extensive Biblical and archaeological documentation supporting theBAR study is published here in a web-exclusive collection of endnotes detailing the Biblical references and inscriptions referring to each of the 50 figures.

50 Bible People Confirmed in Authentic Inscriptions

For a timeline and better view of this chart, see pp.46-47 of the March/April 2014 issue of BAR.

Egypt

Name
Who was He?
When He reigned or Flourished B.C.E.
Where in the Bible?
1
pharaoh
945–924
1 Kings 11:40, etc.
2
pharaoh
730–715
2 Kings 17:4
3
pharaoh
690–664
2 Kings 19:9, etc.
4
pharaoh
610–595
2 Chronicles 35:20, etc.
5

 

pharaoh
589–570
Jeremiah 44:30

Moab

6
king
early to mid-ninth century
2 Kings 3:4–27

Aram-Damascus

7
king
early ninth century to 844/842
1 Kings 11:23, etc.
8
king
844/842
2 Kings 6:24, etc.
9
king
844/842–c. 800
1 Kings 19:15, etc.
10
king
early eighth century
2 Kings 13:3, etc.
11
king
mid-eighth century to 732
2 Kings 15:37, etc.

Northern Kingdom of Israel

12
king
884–873
1 Kings 16:16, etc.
13
king
873–852
1 Kings 16:28, etc.
14
king
842/841–815/814
1 Kings 19:16, etc.
15
king
805–790
2 Kings 13:9, etc.
16
king
790–750/749
2 Kings 13:13, etc.
17
king
749–738
2 Kings 15:14, etc.
18
king
750(?)–732/731
2 Kings 15:25, etc.
19
king
732/731–722
2 Kings 15:30, etc.
20
governor of Samaria under Persian rule
c. mid-fifth century
Nehemiah 2:10, etc.

Southern Kingdom of Judah

21
king
c. 1010–970
1 Samuel 16:13, etc.
22
king
788/787–736/735
2 Kings 14:21, etc.
23
king
742/741–726
2 Kings 15:38, etc.
24
king
726–697/696
2 Kings 16:20, etc.
25
king
697/696–642/641
2 Kings 20:21, etc.
26
high priest during Josiah’s reign
within 640/639–609
2 Kings 22:4, etc.
27
scribe during Josiah’s reign
within 640/639–609
2 Kings 22:3, etc.
28
high priest during Josiah’s reign
within 640/639–609
1 Chronicles 5:39, etc.
29
official during Jehoiakim’s reign
within 609–598
Jeremiah 36:10, etc.
30
king
598–597
2 Kings 24:6, etc.
31
father of Jehucal the royal official
late seventh century
Jeremiah 37:3, etc.
32
official during Zedekiah’s reign
within 597–586
Jeremiah 37:3, etc.
33
father of Gedaliah the royal official
late seventh century
Jeremiah 38:1
34
official during Zedekiah’s reign
within 597–586
Jeremiah 38:1

Assyria

35
king
744–727
2 Kings 15:19, etc.
36
king
726–722
2 Kings 17:3, etc.
37
king
721–705
Isaiah 20:1
38
king
704–681
2 Kings 18:13, etc.
39
son and assassin of Sennacherib
early seventh century
2 Kings 19:37, etc.
40
king
680–669
2 Kings 19:37, etc.

Babylonia

41
king
721–710 and 703
2 Kings 20:12, etc.
42
king
604–562
2 Kings 24:1, etc.
43
official of Nebuchadnezzar II
early sixth century
Jeremiah 39:3
44
king
561–560
2 Kings 25:27, etc.
45
son and co-regent of Nabonidus
c. 543?–540
Daniel 5:1, etc.

Persia

46
king
559–530
2 Chronicles 36:22, etc.
47
king
520–486
Ezra 4:5, etc.
48
king
486–465
Esther 1:1, etc.
49
king
465-425/424
Ezra 4:7, etc.
50
king
425/424-405/404
Nehemiah 12:22

BAS Library Members: Read “Archaeology Confirms 50 Real People in the Bible” by Lawrence Mykytiuk as it appears in the March/April 2014 issue of Biblical Archaeology Review.


50 Figures: The Biblical and Archaeological Evidence

EGYPT
1. Shishak (= Shoshenq I), pharaoh, r. 945–924, 1 Kings 11:40 and 14:25, in his inscriptions, including the record of his military campaign in Palestine in his 924 B.C.E. inscription on the exterior south wall of the Temple of Amun at Karnak in Thebes. See OROT, pp. 10, 31–32, 502 note 1; many references to him in Third, indexed on p. 520; Kenneth A. Kitchen, review of IBPSEE-J Hiphil 2 (2005), http://www.see-j.net/index.php/hiphil/article/viewFile/19/17, bottom of p. 3, which is briefly mentioned in “Sixteen,” p. 43 n. 22 (where the Egyptian name Shoshenq is incorrectly transcribed).
Shoshenq is also referred to in a fragment of his victory stele discovered at Megiddo containing his cartouche. See Robert S. Lamon and Geoffrey M. Shipton, Megiddo I: Seasons of 1925–34, Strata I–V. (Oriental Institute Publications no. 42; Chicago: University of Chicago Press, 1939), pp. 60–61, fig. 70; Graham I. Davies, Megiddo (Cities of the Biblical World; Cambridge: Lutterworth Press, 1986), pp. 89 fig. 18, 90; OROT, p. 508 n. 68; IBP, p. 137 n. 119 (in which the Egyptian name Shoshenq is incorrectly transcribed).
2. So (= Osorkon IV), pharaoh, r. 730–715, 2 Kings 17:4 only, which calls him “So, king of Egypt” (OROT, pp. 15–16). K. A. Kitchen makes a detailed case for So being Osorkon IV in Third, pp. 372–375. See Raging Torrent, p. 106 under “Shilkanni.”  
3. Tirhakah (= Taharqa), pharaoh, r. 690–664, 2 Kings 19:9, etc. in many Egyptian hieroglyphic inscriptions;Third, pp. 387–395. For mention of Tirhakah in Assyrian inscriptions, see those of Esarhaddon and Ashurbanipal in Raging Torrent, pp. 138–143, 145, 150–153, 155, 156; ABC, p. 247 under “Terhaqah.” The Babylonian chronicle also refers to him (Raging Torrent, p. 187). On Tirhakah as prince, see OROT, p. 24.
4. Necho II (= Neco II), pharaoh, r. 610–595, 2 Chronicles 35:20, etc., in inscriptions of the Assyrian king, Ashurbanipal (ANET, pp. 294–297) and the Esarhaddon Chronicle (ANET, p. 303). See also Raging Torrent, pp. 189–199, esp. 198; OROT, p. 504 n. 26; Third, p. 407; ABC, p. 232.
5. Hophra (= Apries = Wahibre), pharaoh, r. 589–570, Jeremiah 44:30, in Egyptian inscriptions, such as the one describing his being buried by his successor, Aḥmose II (= Amasis II) (Third, p. 333 n. 498), with reflections in Babylonian inscriptions regarding Nebuchadnezzar’s defeat of Hophra in 572 and replacing him on the throne of Egypt with a general, Aḥmes (= Amasis), who later rebelled against Babylonia and was suppressed (Raging Torrent, p. 222). See OROT, pp. 9, 16, 24;Third, p. 373 n. 747, 407 and 407 n. 969; ANET, p. 308; D. J. Wiseman, Chronicles of Chaldaean Kings (626–556 B.C.) in the British Museum (London: The Trustees of the British Museum, 1956), pp. 94-95. Cf. ANEHST, p. 402. (The index of Third, p. 525, distinguishes between an earlier “Wahibre i” [Third, p. 98] and the 26th Dynasty’s “Wahibre ii” [= Apries], r. 589–570.)  MOAB
6. Mesha, king, r. early to mid-9th century, 2 Kings 3:4–27, in the Mesha Inscription, which he caused to be written, lines 1–2; Dearman, Studies, pp. 97, 100–101; IBP, pp. 95–108, 238; “Sixteen,” p. 43. 
ARAM-DAMASCUS
7. Hadadezer, king, r. early 9th century to 844/842, 1 Kings 22:3, etc., in Assyrian inscriptions of Shalmaneser III and also, I am convinced, in the Melqart stele. The Hebrew Bible does not name him, referring to him only as “the King of Aram” in 1 Kings 22:3, 31; 2 Kings chapter 5, 6:8–23. We find out this king’s full name in some contemporaneous inscriptions of Shalmaneser III, king of Assyria (r. 858–824), such as the Black Obelisk (Raging Torrent, pp. 22–24). At Kurkh, a monolith by Shalmaneser III states that at the battle of Qarqar (853 B.C.E.), he defeated “Adad-idri [the Assyrian way of saying Hadadezer] the Damascene,” along with “Ahab the Israelite” and other kings (Raging Torrent, p. 14; RIMA 3, p. 23, A.0.102.2, col. ii, lines 89b–92). “Hadadezer the Damascene” is also mentioned in an engraving on a statue of Shalmaneser III at Aššur (RIMA 3, p. 118, A.0.102.40, col. i, line 14). The same statue engraving later mentions both Hadadezer and Hazael together (RIMA 3, p. 118, col. i, lines 25–26) in a topical arrangement of worst enemies defeated that is not necessarily chronological.
On the long-disputed readings of the Melqart stele, which was discovered in Syria in 1939, see “Corrections,” pp. 69–85, which follows the closely allied readings of Frank Moore Cross and Gotthard G. G. Reinhold. Those readings, later included in “Sixteen,” pp. 47–48, correct the earlier absence of this Hadadezer in IBP (notably on p. 237, where he is not to be confused with the tenth-century Hadadezer, son of Rehob and king of Zobah).
8. Ben-hadad, son of Hadadezer, r. or served as co-regent 844/842, 2 Kings 6:24, etc., in the Melqart stele, following the readings of Frank Moore Cross and Gotthard G. G. Reinhold and Cross’s 2003 criticisms of a different reading that now appears in COS, vol. 2, pp. 152–153 (“Corrections,” pp. 69–85).  Several kings of Damascus bore the name Bar-hadad (in their native Aramaic, which is translated as Ben-hadad in the Hebrew Bible), which suggests adoption as “son” by the patron deity Hadad. This designation might indicate that he was the crown prince and/or co-regent with his father Hadadezer. It seems likely that Bar-hadad/Ben-hadad was his father’s immediate successor as king, as seems to be implied by the military policy reversal between 2 Kings 6:3–23 and 6:24. It was this Ben-Hadad, the son of Hadadezer, whom Hazael assassinated in 2 Kings 8:7–15 (quoted in Raging Torrent, p. 25). The mistaken disqualification of this biblical identification in the Melqart stele in IBP, p. 237, is revised to a strong identification in that stele in “Corrections,” pp. 69–85; “Sixteen,” p. 47.
9. Hazael, king, r. 844/842–ca. 800, 1 Kings 19:15, 2 Kings 8:8, etc., is documented in four kinds of inscriptions: 1) The inscriptions of Shalmaneser III call him “Hazael of Damascus” (Raging Torrent, pp. 23–26, 28), for example the inscription on the Kurbail Statue (RIMA 3, p. 60, line 21). He is also referred to in 2) the Zakkur stele from near Aleppo, in what is now Syria, and in 3) bridle inscriptions, i.e., two inscribed horse blinders and a horse frontlet discovered on Greek islands, and in 4) inscribed ivories seized as Assyrian war booty (Raging Torrent, p. 35). All are treated in IBP, pp. 238–239, and listed in “Sixteen,” p. 44. Cf. “Corrections,” pp. 101–103.
10. Ben-hadad, son of Hazael, king, r. early 8th century, 2 Kings 13:3, etc., in the Zakkur stele from near Aleppo. In lines 4–5, it calls him “Bar-hadad, son of Hazael, the king of Aram” (IBP, p. 240; “Sixteen,” p. 44; Raging Torrent, p. 38;ANET, p. 655: COS, vol. 2, p. 155). On the possibility of Ben-hadad, son of Hazael, being the “Mari” in Assyrian inscriptions, see Raging Torrent, pp. 35–36.
11. Rezin (= Raḥianu), king, r. mid-8th century to 732, 2 Kings 15:37, etc., in the inscriptions of Tiglath-pileser III, king of Assyria (in these inscriptions, Raging Torrent records frequent mention of Rezin in  pp. 51–78); OROT, p. 14. Inscriptions of Tiglath-pileser III refer to “Rezin” several times, “Rezin of Damascus” in Annal 13, line 10 (ITP, pp. 68–69), and “the dynasty of Rezin of Damascus” in Annal 23, line 13 (ITP, pp. 80–81). Tiglath-pileser III’s stele from Iran contains an explicit reference to Rezin as king of Damascus in column III, the right side, A: “[line 1] The kings of the land of Hatti (and of) the Aramaeans of the western seashore . . .  [line 4] Rezin of Damascus”  (ITP, pp. 106–107). 
NORTHERN KINGDOM OF ISRAEL
12. Omri, king, r. 884–873, 1 Kings 16:16, etc., in Assyrian inscriptions and in the Mesha Inscription. Because he founded a famous dynasty which ruled the northern kingdom of Israel, the Assyrians refer not only to him as a king of Israel (ANET, pp. 280, 281), but also to the later rulers of that territory as kings of “the house of Omri” and that territory itself literally as “the house of Omri” (Raging Torrent, pp. 34, 35; ANET, pp. 284, 285). Many a later king of Israel who was not his descendant, beginning with Jehu, was called “the son of Omri” (Raging Torrent, p. 18). The Mesha Inscription also refers to Omri as “the king of Israel” in lines 4–5, 7 (Dearman, Studies, pp. 97, 100–101; COS, vol. 2, p. 137; IBP, pp. 108–110, 216; “Sixteen,” p. 43.
13. Ahab, king, r. 873–852, 1 Kings 16:28, etc., in the Kurkh Monolith by his enemy, Shalmaneser III of Assyria. There, referring to the battle of Qarqar (853 B.C.E.), Shalmaneser calls him “Ahab the Israelite” (Raging Torrent, pp. 14, 18–19; RIMA 3, p. 23, A.0.102.2, col. 2, lines 91–92; ANET, p. 279; COS, vol. 2, p. 263).
14. Jehu, king, r. 842/841–815/814, 1 Kings 19:16, etc., in inscriptions of Shalmaneser III. In these, “son” means nothing more than that he is the successor, in this instance, of Omri (Raging Torrent, p. 20 under “Ba’asha . . . ” and p. 26). A long version of Shalmaneser III’s annals on a stone tablet in the outer wall of the city of Aššur refers to Jehu in col. 4, line 11, as “Jehu, son of Omri” (Raging Torrent, p. 28; RIMA 3, p. 54, A.0.102.10, col. 4, line 11; cf. ANET, p. 280, the parallel “fragment of an annalistic text”). Also, on the Kurba’il Statue, lines 29–30 refer to “Jehu, son of Omri” (RIMA 3, p. 60, A.0.102.12, lines 29–30).
In Shalmaneser III’s Black Obelisk, current scholarship regards the notation over relief B, depicting payment of tribute from Israel, as referring to “Jehu, son of Omri” (Raging Torrent, p. 23; RIMA 3, p. 149, A.0. 102.88), but cf. P. Kyle McCarter, Jr., “‘Yaw, Son of ’Omri’: A Philological Note on Israelite Chronology,” Bulletin of the American Schools of Oriental Research216 (1974): pp. 5–7.
15. Joash (= Jehoash), king, r. 805–790, 2 Kings 13:9, etc., in the Tell al-Rimaḥ inscription of Adad-Nirari III, king of Assyria (r. 810–783), which mentions “the tribute of Joash [= Iu’asu] the Samarian” (Stephanie Page, “A Stela of Adad-Nirari III and Nergal-Ereš from Tell Al Rimaḥ,” Iraq 30 [1968]: pp. 142–145, line 8, Pl. 38–41; RIMA 3, p. 211, line 8 of A.0.104.7; Raging Torrent, pp. 39–41).
16. Jeroboam II, king, r. 790–750/749, 2 Kings 13:13, etc., in the seal of his royal servant Shema, discovered at Megiddo (WSS, p. 49 no. 2;  IBP, pp. 133–139, 217; “Sixteen,” p. 46).
17. Menahem, king, r. 749–738, 2 Kings 15:14, etc., in the Calah Annals of Tiglath-pileser III. Annal 13, line 10 refers to “Menahem of Samaria” in a list of kings who paid tribute (ITP, pp. 68–69, Pl. IX). Tiglath-pileser III’s stele from Iran, his only known stele, refers explicitly to Menahem as king of Samaria in column III, the right side, A: “[line 1] The kings of the land of Hatti (and of) the Aramaeans of the western seashore . . .  [line 5] Menahem of Samaria.”  (ITP, pp. 106–107). See alsoRaging Torrent, pp. 51, 52, 54, 55, 59; ANET, p. 283.
18. Pekah, king, r. 750(?)–732/731, 2 Kings 15:25, etc., in the inscriptions of Tiglath-pileser III. Among various references to “Pekah,” the most explicit concerns the replacement of Pekah in Summary Inscription 4, lines 15–17: “[line 15] . . . The land of Bit-Humria . . . . [line 17] Peqah, their king [I/they killed] and I installed Hoshea [line 18] [as king] over them” (ITP, pp. 140–141; Raging Torrent, pp. 66–67).
19. Hoshea, king, r. 732/731–722, 2 Kings 15:30, etc., in Tiglath-pileser’s Summary Inscription 4, described in preceding note 18, where Hoshea is mentioned as Pekah’s immediate successor.
20. Sanballat “I”, governor of Samaria under Persian rule, ca. mid-fifth century, Nehemiah 2:10, etc., in a letter among the papyri from the Jewish community at Elephantine in Egypt (A. E. Cowley, ed., Aramaic Papyri of the Fifth Century B.C. (Oxford: Clarendon, 1923; reprinted Osnabrück, Germany: Zeller, 1967), p. 114 English translation of line 29, and p. 118 note regarding line 29; ANET, p. 492.
Also, the reference to “[  ]ballat,” most likely Sanballat, in Wadi Daliyeh bulla WD 22 appears to refer to the biblical Sanballat as the father of a governor of Samaria who succeeded him in the first half of the fourth century. As Jan Dušek shows, it cannot be demonstrated that any Sanballat II and III existed, which is the reason for the present article’s quotation marks around the “I” in Sanballat “I”; see Jan Dušek, “Archaeology and Texts in the Persian Period: Focus on Sanballat,” in Martti Nissinen, ed., Congress Volume: Helsinki 2010 (Boston: Brill. 2012), pp. 117–132.SOUTHERN KINGDOM OF JUDAH
21. David, king, r. ca. 1010–970, 1 Samuel 16:13, etc. in three inscriptions. Most notable is the victory stele in Aramaic known as the “house of David” inscription, discovered at Tel Dan; Avraham Biran and Joseph Naveh, “An Aramaic Stele from Tel Dan,” IEJ 43 (1993), pp. 81–98, and idem, “The Tel Dan Inscription: A New Fragment,” IEJ 45 (1995), pp. 1–18. An ancient Aramaic word pattern in line 9 designates David as the founder of the dynasty of Judah in the phrase “house of David” (2 Sam 2:11 and 5:5; Gary A. Rendsburg, “On the Writing ביתדיד [BYTDWD] in the Aramaic Inscription from Tel Dan,”IEJ 45 [1995], pp. 22–25; Raging Torrent, p. 20, under “Ba’asha . . .”; IBP, pp. 110–132, 265–77; “Sixteen,” pp. 41–43).
In the second inscription, the Mesha Inscription, the phrase “house of David” appears in Moabite in line 31 with the same meaning: that he is the founder of the dynasty. There David’s name appears with only its first letter destroyed, and no other letter in that spot makes sense without creating a very strained, awkward reading (André Lemaire, “‘House of David’ Restored in Moabite Inscription,” BAR 20, no. 3 [May/June 1994]: pp. 30–37. David’s name also appears in line 12 of the Mesha Inscription (Anson F. Rainey, “Mesha‘ and Syntax,” in J. Andrew Dearman and M. Patrick Graham, eds., The Land That I Will Show You: Essays on the History and Archaeology of the Ancient Near East in Honor of J. Maxwell Miller. (JSOT Supplement series, no. 343; Sheffield, England:Sheffield Academic, 2001), pp. 287–307; IBP, pp. 265–277; “Sixteen,” pp. 41–43).
The third inscription, in Egyptian, mentions a region in the Negev called “the heights of David” after King David (Kenneth A. Kitchen, “A Possible Mention of David in the Late Tenth Century B.C.E., and Deity *Dod as Dead as the Dodo?” Journal for the Study of the Old Testament 76 [1997], pp. 39–41; IBP, p. 214 note 3, which is revised in “Corrections,” pp. 119–121; “Sixteen,” p. 43).
In the table on p. 46 of BAR, David is listed as king of Judah. According to 2 Samuel 5:5, for his first seven years and six months as a monarch, he ruled only the southern kingdom of Judah. We have no inscription that refers to David as king over all Israel (that is, the united kingdom) as also stated in 2 Sam 5:5.
22. Uzziah (= Azariah), king, r. 788/787–736/735, 2 Kings 14:21, etc., in the inscribed stone seals of two of his royal servants: Abiyaw and Shubnayaw (more commonly called Shebanyaw); WSS, p. 51 no. 4 and p. 50 no. 3, respectively; IBP, pp. 153–159 and 159–163, respectively, and p. 219 no. 20 (a correction to IBP is that on p. 219, references to WSS nos. 3 and 4 are reversed); “Sixteen,” pp. 46–47. Cf. also his secondary burial inscription from the Second Temple era (IBP, p. 219 n. 22). 
23. Ahaz (= Jehoahaz), king, r. 742/741–726, 2 Kings 15:38, etc., in Tiglath-pileser III’s Summary Inscription 7, reverse, line 11, refers to “Jehoahaz of Judah” in a list of kings who paid tribute (ITP, pp. 170–171; Raging Torrent, pp. 58–59). The Bible refers to him by the shortened form of his full name, Ahaz, rather than by the full form of his name, Jehoahaz, which the Assyrian inscription uses.
Cf. the unprovenanced seal of ’Ushna’, more commonly called ’Ashna’, the name Ahaz appears (IBP, pp. 163–169, with corrections from Kitchen’s review of IBP as noted in “Corrections,” p. 117; “Sixteen,” pp. 38–39 n. 11). Because this king already stands clearly documented in an Assyrian inscription, documentation in another inscription is not necessary to confirm the existence of the biblical Ahaz, king of Judah.
24. Hezekiah, king, r. 726–697/696, 2 Kings 16:20, etc., initially in the Rassam Cylinder of Sennacherib (in this inscription, Raging Torrent records frequent mention of Hezekiah in pp. 111–123; COS, pp. 302–303). It mentions “Hezekiah the Judahite” (col. 2 line 76 and col. 3 line 1 in Luckenbill, Annals of Sennacherib, pp. 31, 32) and “Jerusalem, his royal city” (ibid., col. 3 lines 28, 40; ibid., p. 33) Other, later copies of the annals of Sennacherib, such as the Oriental Institute prism and the Taylor prism, mostly repeat the content of the Rassam cylinder, duplicating its way of referring to Hezekiah and Jerusalem (ANET, pp. 287, 288). The Bull Inscription from the palace at Nineveh (ANET, p. 288; Raging Torrent, pp. 126–127) also mentions “Hezekiah the Judahite” (lines 23, 27 in Luckenbill, Annals of Sennacherib, pp. 69, 70) and “Jerusalem, his royal city” (line 29; ibid., p. 33).
25. Manasseh, king, r. 697/696–642/641, 2 Kings 20:21, etc., in the inscriptions of Assyrian kings Esarhaddon (Raging Torrent, pp. 131, 133, 136) and Ashurbanipal (ibid., p. 154). “Manasseh, king of Judah,” according to Esarhaddon (r. 680–669), was among those who paid tribute to him (Esarhaddon’s Prism B, column 5, line 55; R. Campbell Thompson, The Prisms of Esarhaddon and Ashurbanipal [London: Trustees of the British Museum, 1931], p. 25; ANET, p. 291). Also, Ashurbanipal (r. 668–627) records that “Manasseh, king of Judah” paid tribute to him (Ashurbanipal’s Cylinder C, col. 1, line 25; Maximilian Streck, Assurbanipal und die letzten assyrischen Könige bis zum Untergang Niniveh’s, [Vorderasiatische Bibliothek 7; Leipzig: J. C. Hinrichs, 1916], vol. 2, pp. 138–139; ANET, p. 294.
26. Hilkiah, high priest during Josiah’s reign, within 640/639–609, 2 Kings 22:4, etc., in the City of David bulla of Azariah, son of Hilkiah (WSS, p. 224 no. 596; IBP, pp. 148–151; 229 only in [50] City of David bulla; “Sixteen,” p. 49).
The oldest part of Jerusalem, called the City of David, is the location where the Bible places all four men named in the bullae covered in the present endnotes 26 through 29.
Analysis of the clay of these bullae shows that they were produced in the locale of Jerusalem (Eran Arie, Yuval Goren, and Inbal Samet, “Indelible Impression: Petrographic Analysis of Judahite Bullae,” in The Fire Signals of Lachish: Studies in the Archaeology and History of Israel in the Late Bronze Age, Iron Age, and Persian Period in Honor of David Ussishkin [ed. Israel Finkelstein and Nadav Na’aman; Winona Lake, Ind.: Eisenbrauns, 2011], p. 10, quoted in “Sixteen,” pp. 48–49 n. 34).
27. Shaphan, scribe during Josiah’s reign, within 640/639–609, 2 Kings 22:3, etc., in the City of David bulla of Gemariah, son of Shaphan (WSS, p. 190 no. 470; IBP, pp. 139–146, 228). See endnote 26 above regarding “Sixteen,” pp. 48–49 n. 34.
28. Azariah, high priest during Josiah’s reign, within 640/639–609, 1 Chronicles 5:39, etc., in the City of David bulla of Azariah, son of Hilkiah (WSS, p. 224 no. 596; IBP, pp. 151–152; 229). See endnote 26 above regarding “Sixteen,” pp. 48–49 n. 34.
29. Gemariah, official during Jehoiakim’s reign, within 609–598, Jeremiah 36:10, etc., in in the City of David bulla of Gemariah, son of Shaphan (WSS, p. 190 no. 470; IBP, pp. 147, 232). See endnote 26 above regarding “Sixteen,” pp. 48–49 n. 34.
30. Jehoiachin (= Jeconiah = Coniah), king, r. 598–597, 2 Kings 24:5, etc., in four Babylonian administrative tablets regarding oil rations or deliveries, during his exile in Babylonia (Raging Torrent, p. 209; ANEHST, pp. 386–387). Discovered at Babylon, they are dated from the tenth to the thirty-fifth year of Nebuchadnezzar II, king of Babylonia and conqueror of Jerusalem. One tablet calls Jehoiachin “king” (Text Babylon 28122, obverse, line 29; ANET, p. 308). A second, fragmentary text mentions him as king in an immediate context that refers to “[. . . so]ns of the king of Judah” and “Judahites” (Text Babylon 28178, obverse, col. 2, lines 38–40; ANET, p. 308). The third tablet calls him “the son of the king of Judah” and refers to “the five sons of the king of Judah” (Text Babylon 28186, reverse, col. 2, lines 17–18; ANET, p. 308). The fourth text, the most fragmentary of all, confirms “Judah” and part of Jehoiachin’s name, but contributes no data that is not found in the other texts.
31. Shelemiah, father of Jehucal the official, late 7th century, Jeremiah 37:3; 38:1
and 32. Jehucal (= Jucal), official during Zedekiah’s reign, fl. within 597–586, Jeremiah 37:3; 38:1 only, both referred to in a bulla discovered in the City of David in 2005 (Eilat Mazar, “Did I Find King David’s Palace?” BAR 32, no. 1 [January/February 2006], pp. 16–27, 70; idem, Preliminary Report on the City of David Excavations 2005 at the Visitors Center Area [Jerusalem and New York: Shalem, 2007], pp. 67–69; idem, “The Wall that Nehemiah Built,” BAR 35, no. 2 [March/April 2009], pp. 24–33,66; idem, The Palace of King David: Excavations at the Summit of the City of David: Preliminary Report of Seasons 2005-2007 [Jerusalem/New York: Shoham AcademicResearch and Publication, 2009], pp. 66–71). Only the possibility of firm identifications is left open in “Corrections,” pp. 85–92; “Sixteen,” pp. 50–51; this article is my first affirmation of four identifications, both here in notes 31 and 32 and below in notes 33 and 34.
After cautiously observing publications and withholding judgment for several years, I am now affirming the four identifications in notes 31 through 34, because I am now convinced that this bulla is a remnant from an administrative center in the City of David, a possibility suggested in “Corrections,” p. 100 second-to-last paragraph, and “Sixteen,” p. 51. For me, the tipping point came by comparing the description and pictures of the nearby and immediate archaeological context in Eilat Mazar, “Palace of King David,” pp. 66–70,  with the administrative contexts described in Eran Arie, Yuval Goren, and Inbal Samet, “Indelible Impression: Petrographic Analysis of Judahite Bullae,” in Israel Finkelstein and Nadav Na’aman, eds., The Fire Signals of Lachish: Studies in the Archaeology and History of Israel in the Late Bronze Age, Iron Age, and Persian Period in Honor of David Ussishkin (Winona Lake, Ind.: Eisenbrauns, 2011), pp. 12–13 (the section titled “The Database: Judahite Bullae from Controlled Excavations”) and pp. 23–24. See also Nadav Na’aman, “The Interchange between Bible and Archaeology: The Case of David’s Palace and the Millo,” BAR 40, no. 1 (January/February 2014), pp. 57–61, 68–69, which is drawn from idem, “Biblical and Historical Jerusalem in the Tenth and Fifth-Fourth Centuries B.C.E.,”Biblica 93 (2012): pp. 21–42. See also idem, “Five Notes on Jerusalem in the First and Second Temple Periods,” Tel Aviv 39 (2012): p. 93.
33. Pashhur, father of Gedaliah the official, late 7th century, Jeremiah 38:1
and 34. Gedaliah, official during Zedekiah’s reign, fl. within 597–586, Jeremiah 38:1 only, both referred to in a bulla discovered in the City of David in 2008. See “Corrections,” pp. 92–96; “Sixteen,” pp. 50–51; and the preceding endnote 31 and 32 for bibliographic details on E. Mazar, “Wall,” pp. 24–33, 66; idem, Palace of King David, pp. 68–71) and for the comments in the paragraph that begins, “After cautiously . . . .”
ASSYRIA
35. Tiglath-pileser III (= Pul), king, r. 744–727, 2 Kings 15:19, etc., in his many inscriptions. See Raging Torrent, pp. 46–79; COS, vol. 2, pp. 284–292; ITP; Mikko Lukko, The Correspondence of Tiglath-pileser III and Sargon II from Calah/Nimrud (State Archives of Assyria, no. 19; Assyrian Text Corpus Project; Winona Lake, Ind.: Eisenbrauns, 2013); ABC, pp. 248–249. On Pul as referring to Tiglath-pileser III, which is implicit in ABC, p. 333 under “Pulu,” see ITP, p. 280 n. 5 for discussion and bibliography.
On the identification of Tiglath-pileser III in the Aramaic monumental inscription honoring Panamu II, in Aramaic monumental inscriptions 1 and 8 of Bar-Rekub (now in Istanbul and Berlin, respectively), and in the Ashur Ostracon, seeIBP, p. 240; COS, pp. 158–161.
36. Shalmaneser V (= Ululaya), king, r. 726–722, 2 Kings 17:2, etc., in chronicles, in king-lists, and in rare remaining inscriptions of his own (ABC, p. 242; COS, vol. 2, p. 325). Most notable is the Neo-Babylonian Chronicle series, Chronicle 1, i, lines 24–32.  In those lines, year 2 of the Chronicle mentions his plundering the city of Samaria (Raging Torrent, pp. 178, 182; ANEHST, p. 408). (“Shalman” in Hosea 10:14 is likely a historical allusion, but modern lack of information makes it difficult to assign it to a particular historical situation or ruler, Assyrian or otherwise. See below for the endnotes to the box at the top of p. 50.)
37. Sargon II, king, r. 721–705, Isaiah 20:1, in many inscriptions, including his own. See Raging Torrent, pp. 80–109, 176–179, 182; COS, vol. 2, pp. 293–300; Mikko Lukko, The Correspondence of Tiglath-pileser III and Sargon II from Calah/Nimrud (State Archives of Assyria, no. 19; Assyrian Text Corpus Project; Winona Lake, Ind.: Eisenbrauns, 2013); ABC, pp. 236–238; IBP, pp. 240–241 no. (74).
38. Sennacherib, king, r. 704–681, 2 Kings 18:13, etc., in many inscriptions, including his own. See Raging Torrent, pp. 110–129; COS, vol. 2, pp. 300–305; ABC, pp. 238–240; ANEHST, pp. 407–411, esp. 410; IBP, pp. 241–242.
39. Adrammelech (= Ardamullissu = Arad-mullissu), son and assassin of Sennacherib, fl. early 7th century, 2 Kings 19:37, etc., in a letter sent to Esarhaddon, who succeeded Sennacherib on the throne of Assyria. See Raging Torrent, pp. 111, 184, and COS, vol. 3, p. 244, both of which describe and cite with approval Simo Parpola, “The Murderer of Sennacherib,” in Death in Mesopotamia: Papers Read at the XXVie Rencontre Assyriologique Internationale, ed. Bendt Alster (Copenhagen: Akademisk Forlag, 1980), pp. 171–182. See also ABC, p. 240.
An upcoming scholarly challenge is the identification of Sennacherib’s successor, Esarhaddon, as a more likely assassin in Andrew Knapp’s paper, “The Murderer of Sennacherib, Yet Again,” to be read in a February 2014 Midwest regional conference in Bourbonnais, Ill. (SBL/AOS/ASOR).
On various renderings of the neo-Assyrian name of the assassin, see RlA s.v. “Ninlil,” vol. 9, pp. 452–453 (in German). On the mode of execution of those thought to have been  conspirators in the assassination, see the selection from Ashurbanipal’s Rassam cylinder in ANET, p. 288.
40. Esarhaddon, king, r. 680–669, 2 Kings 19:37, etc., in his many inscriptions. See Raging Torrent, pp. 130–147; COS, vol. 2, p. 306; ABC, pp. 217–219. Esarhaddon’s name appears in many cuneiform inscriptions (ANET, pp. 272–274, 288–290, 292–294, 296, 297, 301–303, 426–428, 449, 450, 531, 533–541, 605, 606), including his Succession Treaty (ANEHST, p. 355).
BABYLONIA
41. Merodach-baladan II (=Marduk-apla-idinna II), king, r. 721–710 and 703, 2 Kings 20:12, etc., in the inscriptions of Sennacherib and the Neo-Babylonian Chronicles (Raging Torrent, pp. 111, 174, 178–179, 182–183. For Sennacherib’s account of his first campaign, which was against Merodach-baladan II, see COS, vol. 2, pp. 300-302. For the Neo-Babylonian Chronicle series, Chronicle 1, i, 33–42, see ANEHST, pp. 408–409. This king is also included in the Babylonian King List A (ANET, p. 271), and the latter part of his name remains in the reference to him in the Synchronistic King List (ANET, pp. 271–272), on which see ABC, pp. 226, 237.
42. Nebuchadnezzar II, king, r. 604–562, 2 Kings 24:1, etc., in many cuneiform tablets, including his own inscriptions. See Raging Torrent, pp. 220–223; COS, vol. 2, pp. 308–310; ANET, pp. 221, 307–311; ABC, p. 232. The Neo-Babylonian Chronicle series refers to him in Chronicles 4 and 5 (ANEHST, pp. 415, 416–417, respectively). Chronicle 5, reverse, lines 11–13, briefly refers to his conquest of Jerusalem (“the city of Judah”) in 597 by defeating “its king” (Jehoiachin), as well as his appointment of “a king of his own choosing” (Zedekiah) as king of Judah.
43. Nebo-sarsekim, chief official of Nebuchadnezzar II, fl. early 6th century, Jeremiah 39:3, in a cuneiform inscription on Babylonian clay tablet BM 114789 (1920-12-13, 81), dated to 595 B.C.E. The time reference in Jeremiah 39:3 is very close, to the year 586. Since it is extremely unlikely that two individuals having precisely the same personal name would have been, in turn, the sole holders of precisely this unique position within a decade of each other, it is safe to assume that the inscription and the book of Jeremiah refer to the same person in different years of his time in office. In July 2007 in the British Museum, Austrian researcher Michael Jursa discovered this Babylonian reference to the biblical “Nebo-sarsekim, the Rab-saris” (rab ša-rēši, meaning “chief official”) of Nebuchadnezzar II (r. 604–562). Jursa identified this official in his article, “Nabu-šarrūssu-ukīn, rab ša-rēši, und ‘Nebusarsekim’ (Jer. 39:3),” Nouvelles Assyriologiques Breves et Utilitaires2008/1 (March): pp. 9–10 (in German). See also Bob Becking, “Identity of Nabusharrussu-ukin, the Chamberlain: An Epigraphic Note on Jeremiah 39,3. With an Appendix on the Nebu(!)sarsekim Tablet by Henry Stadhouders,” Biblische Notizen NF 140 (2009): pp. 35–46; “Corrections,” pp. 121–124; “Sixteen,” p. 47 n. 31. On the correct translation of ráb ša-rēši (and three older, published instances of it having been incorrect translated as rab šaqê), see ITP, p. 171 n. 16.
44. Evil-merodach (= Awel Marduk, = Amel Marduk), king, r. 561–560, 2 Kings 25:27, etc., in various inscriptions (ANET, p. 309; OROT, pp. 15, 504 n. 23). See especially Ronald H. Sack, Amel-Marduk: 562-560 B.C.; A Study Based on Cuneiform, Old Testament, Greek, Latin and Rabbinical Sources (Alter Orient und Altes Testament, no. 4; Kevelaer, Butzon & Bercker, and Neukirchen-Vluyn, Neukirchener, 1972). 
45. Belshazzar, son and co-regent of Nabonidus, fl. ca. 543?–540, Daniel 5:1, etc., in Babylonian administrative documents and the “Verse Account” (Muhammed A. Dandamayev, “Nabonid, A,” RlA, vol. 9, p. 10; Raging Torrent, pp. 215–216; OROT, pp. 73–74). A neo-Babylonian text refers to him as “Belshazzar the crown prince” (ANET, pp. 309–310 n. 5). 
PERSIA
46. Cyrus II (=Cyrus the great), king, r. 559–530, 2 Chronicles 36:22, etc., in various inscriptions (including his own), for which and on which see ANEHST, pp. 418–426, ABC, p. 214. For Cyrus’ cylinder inscription, see Raging Torrent, pp. 224–230; ANET, pp. 315–316; COS, vol. 2, pp. 314–316; ANEHST, pp. 426–430; P&B, pp. 87–92. For larger context and implications in the biblical text, see OROT, pp. 70-76.
47. Darius I (=Darius the Great), king, r. 520–486, Ezra 4:5, etc., in various inscriptions, including his own trilingual cliff inscription at Behistun, on which see P&B, pp. 131–134. See also COS, vol. 2, p. 407, vol. 3, p. 130; ANET, pp. 221, 316, 492; ABC, p. 214; ANEHST, pp. 407, 411. On the setting, see OROT, pp. 70–75.
48. Xerxes I (= Ahasuerus), king, r. 486–465, Esther 1:1, etc., in various inscriptions, including his own (P&B, p. 301;ANET, pp. 316–317), and in the dates of documents from the time of his reign (COS, vol. 2, p. 188, vol. 3, pp. 142, 145. On the setting, see OROT, pp. 70–75.
49. Artaxerxes I Longimanus, king, r. 465-425/424, Ezra 4:6, 7, etc., in various inscriptions, including his own (P&B, pp. 242–243), and in the dates of documents from the time of his reign (COS, vol. 2, p. 163, vol. 3, p. 145; ANET, p. 548). 
50. Darius II Nothus, king, r. 425/424-405/404, Nehemiah 12:22, in various inscriptions, including his own (for example, P&B, pp. 158–159) and in the dates of documents from the time of his reign (ANET, p. 548; COS, vol. 3, pp. 116–117).

“Almost Real” Box on p. 50: The Biblical and Archaeological Evidence

In general, the persons listed in the box at the top of p. 50 of the March/April 2014 issue of BAR exclude persons in two categories. The first category includes those about whom we know so little that we cannot even approach a firm identification with anyone named in an inscription. One example is “Shalman” in Hosea 10:14. This name almost certainly refers to a historical person, but variations of this name were common in the ancient Near East, and modern lack of information on the biblical Shalman makes it difficult to assign it to a particular historical situation or ruler, Assyrian or otherwise. See Francis I. Andersen and David Noel Freedman, Hosea (The Anchor Bible, vol. 24; Garden City, N.Y.: Doubleday, 1980), pp. 570–571. A second example is “Osnappar” (=Asnapper) in Ezra 4:10, who is not called a king, and for whom the traditional identification has no basis for singling out any particular ruler. See Jacob M. Myers, Ezra-Nehemiah(The Anchor Bible. vol. 14; Garden City, N.Y.: Doubleday, 1981), p. 333.
The second category of excluded identifications comes from the distinction between inscriptions that are dug up after many centuries and texts that have been copied and recopied through the course of many centuries. The latter include the books of the Bible itself, as well as other writings, notably those of Flavius Josephus in the first century C.E. His reference to Ethbaal (=’Ittoba’al =’Ithoba’al), the father of Jezebel (1 Kings 16:31). is not included in this article, because Josephus’ writings do not come to us from archaeology. See IBP, p. 238 n. 90; cf. Raging Torrent, pp. 30, 115–116 (p. 133 refers to an Ethbaal appointed king of Sidon by Sennacherib, therefore he must have lived a century later than Jezebel’s father).
AMMON Balaam son of Beor, fl. late 13th century (some scholars prefer late 15th century), Numbers 22:5, etc., in a wall inscription on plaster dated to 700 B.C.E. (COS, vol. 2, pp. 140–145). It was discovered at Tell Deir ʿAllā, in the same Transjordanian geographical area in which the Bible places Balaam’s activity. Many scholars assume or conclude that the Balaam and Beor of the inscription are the same as the biblical pair and belong to the same folk tradition, which is not necessarily historical. See P. Kyle McCarter, Jr., “The Balaam Texts from Deir ‘Allā: The First Combination,” BASOR 239 (1980): pp. 49–60; Jo Ann Hackett, The Balaam Text from Deir ʿAllā (Chico, Calif.: Scholars Press, 1984), pp. 27, 33–34; idem, “Some Observations on the Balaam Tradition at Deir ʿAllā,” Biblical Archaeologist 49 (1986), p. 216. Mykytiuk at first listed these two identifications under a strong classification in IBP, p. 236, but because the inscription does not reveal a time period for Balaam and Beor, he later corrected that to a “not-quite-firmly identified” classification in “Corrections,” pp. 111–113, no. 29 and 30, and in “Sixteen,” p. 53.
Although it contains three identifying marks (traits) of both father and son, this inscription is dated to ca. 700 B.C.E., several centuries after the period in which the Bible places Balaam. Speaking with no particular reference to this inscription, some scholars, such as Frendo and Kofoed, argue that lengthy gaps between a particular writing and the things to which it refers are not automatically to be considered refutations of historical claims (Anthony J. Frendo, Pre-Exilic Israel, the Hebrew Bible, and Archaeology: Integrating Text and Artefact [New York: T&T Clark, 2011], p. 98; Jens B. Kofoed, Text and History: Historiography and the Study of the Biblical Text [Winona Lake, Ind.: Eisenbrauns, 2005], pp. 83–104, esp. p, 42). There might easily have been intervening sources which transmitted the information from generation to generation but as centuries passed, were lost. 
Baalis, king of the Ammonites, r. early 6th century, Jeremiah 20:14, in an Ammonite seal impression on the larger, fairly flat end of a ceramic cone (perhaps a bottle-stopper?) from Tell el-Umeiri, in what was the land of the ancient Ammonites. The seal impression reveals only two marks (traits) of an individual, so it is not quite firm. See Larry G. Herr, “The Servant of Baalis,” Biblical Archaeologist 48 (1985): pp. 169–172; WSS, p. 322 no. 860; COS, p. 201; IBP, p. 242 no. (77); “Sixteen Strong,” p. 52. The differences between the king’s name in this seal impression and the biblical version can be understood as slightly different renderings of the same name in different dialects; see bibliography in Michael O’Connor, “The Ammonite Onomasticon: Semantic Problems,” Andrews University Seminary Studies 25 (1987): p. 62 paragraph (3), supplemented by Lawrence T. Geraty, “Back to Egypt: An Illustration of How an Archaeological Find May Illumine a Biblical Passage,” Reformed Review 47 (1994): p. 222; Emile Puech, “L’inscription de la statue d’Amman et la paleographie ammonite,” Revue biblique 92 (1985): pp. 5–24.
NORTHERN ARABIA Geshem (= Gashmu) the Arabian, r. mid-5th century, Nehemiah 2:10, etc., in an Aramaic inscription on a silver bowl discovered at Tell el-Maskhuta, Egypt, in the eastern delta of the Nile, that mentions “Qainu, son of Geshem [or Gashmu], king of Qedar,” an ancient kingdom in northwest Arabia. This bowl is now in the Brooklyn Museum. See Isaac Rabinowitz, “Aramaic Inscriptions of the Fifth Century B.C.E. from a North-Arab Shrine in Egypt,”Journal of the Near Eastern Studies 15 (1956): pp. 1–9, Pl. 6–7; William J. Dumbrell, “The Tell el-Maskhuta Bowls and the ‘Kingdom’ of Qedar in the Persian Period,” BASOR 203 (October 1971): pp. 35–44; OROT, pp. 74–75, 518 n. 26; Raging Torrent, p. 55.
Despite thorough analyses of the Qainu bowl and its correspondences pointing to the biblical Geshem, there is at least one other viable candidate for identification with the biblical Geshem: Gashm or Jasm, son of Shahr, of Dedan. On him, see Frederick V. Winnett and William L. Reed, Ancient Records from North Arabia (University of Toronto Press, 1970), pp. 115–117; OROT, pp. 75. 518 n. 26. Thus the existence of two viable candidates would seem to render the case for each not quite firm (COS, vol. 2, p. 176).
SOUTHERN KINGDOM OF JUDAH Shebna, the overseer of the palace, fl. ca. 726–697/696, Isaiah 22:15–19 (probably also the scribe of 2 Kings 18:18, etc., before being promoted to palace overseer), in an inscription at the entrance to a rock-cut tomb in Silwan, near Jerusalem. There are only two marks (traits) of an individual, and these do not include his complete name, so this identification, though tempting, is not quite firm. See Nahman Avigad, “Epitaph of a Royal Steward from Siloam Village,” IEJ 3 (1953): pp. 137–152; David Ussishkin, The Village of Silwan (Jerusalem: Israel Exploration Society, 1993), pp. 247–250; IBP, pp. 223, 225; “Sixteen Strong,” pp. 51–52.
Azzur of Gibeon, father of Hananiah, fl. early 6th century, Jeremiah 28:1, etc., in seven inscribed jar handles from 6th-century Gibeon, only one of which is complete. These reveal only two marks (traits) of an individual. See James B. Pritchard, Hebrew Inscriptions and Stamps from Gibeon, Museum Monographs (Philadelphia: The University Museum, University of Pennsylvania, 1959, whose dating of the inscribed jar handles was criticized by several scholars, including Nahman Avigad, “Some Notes on the Hebrew Inscriptions from Gibeon (Review-article),” IEJ 9 (1959): pp. 130–133, and Frank Moore Cross, Jr., “”Epigraphical Notes on Hebrew Manuscripts of the Eighth–Sixth Centuries B.C., III. The Inscribed Jar Handles from Gibeon,” BASOR 168 (December 1962): pp. 18–23. A summary of that discussion is in Ephraim Stern,Material Culture of the Land of the Bible in the Persian Period, 538–332 B.C. (Jerusalem: Israel Exploration Society, and Warminster, Wiltshire, England: 1982), pp. 52–53. The not-quite-firm grade of the identification is correctly gauged in IBP, p. 234.  By an oversight, it is not listed in “Corrections” or in “Sixteen;” in both of these publications, it is the only accidental omission.
Gedaliah the governor, son of Ahikam, fl. ca. 585, 2 Kings 25:22, etc., in the bulla from Tell ed-Duweir (ancient Lachish) that reads, “Belonging to Gedalyahu, the overseer of the palace.” The Babylonian practice was to appoint indigenous governors over conquered populations. It is safe to assume that as conquerors of Jerusalem in 586 B.C.E., they would have chosen the highest-ranking Judahite perceived as “pro-Babylonian” to be their governor over Judah. The palace overseer had great authority and knowledge of the inner workings of government at the highest level, sometimes serving as vice-regent for the king; see S. H. Hooke, “A Scarab and Sealing From Tell Duweir,” Palestine Exploration Fund Quarterly Statement 67 (1935): pp. 195–197; J. L. Starkey, “Lachish as Illustrating Bible History,” Palestine Exploration Fund Quarterly Statement 69 (1937): pp. 171–174; some publications listed in WSS, p. 172 no. 405. The palace overseer at the time of the Babylonian conquest, whose bulla we have, would be the most likely choice for governor, if they saw him as pro-Babylonian. Of the two prime candidates named Gedaliah (= Gedalyahu)—assuming both survived the conquest—Gedaliah the son of Pashhur clearly did not have the title “overseer of the palace” (Jeremiah 38:1), and he was clearly an enemy of the Babylonians (Jeremiah 38:4–6). But, though we lack irrefutable evidence, Gedaliah the son of Ahikam is quite likely to have been palace overseer. His prestigious family, the descendants of Shaphan, had been “key players” in crucial situations at the highest levels of the government of Judah for three generations. As for his being perceived as pro-Babylonian, his father Ahikam had protected the prophet Jeremiah (Jeremiah 26:24; cf. 39:11–14), who urged surrender to the Babylonian army (Jeremiah 38:1–3).
The preceding argument that Gedaliah the son of Ahikam was the much more likely Babylonian choice for governor is a strengthening step beyond “Corrections,” pp. 103–104, which upgrades the strength of the identification from its original level in IBP, p. 235, responding to the difficulty expressed in Oded Lipschits, The Fall and Rise of Jerusalem: Judah under Babylonian Rule (Winona Lake, Ind.: Eisenbrauns, 2005), p. 86 n. 186.
Jaazaniah (= Jezaniah), fl. early 6th century, 2 Kings 25:23, etc., in the Tell en-Naṣbeh (ancient Mizpah) stone seal inscribed: “Belonging to Ya’azanyahu, the king’s minister.” It is unclear whether the title “king’s minister” in the seal might have some relationship with the biblical phrase “the officers (Hebrew: sarîm) of the troops,” which included the biblical Jaazaniah (2 Kings 25: 23). There are, then, only two identifying marks of an individual that clearly connect the seal’s Jaazaniah with the biblical one: the seal owner’s name and the fact that it was discovered at the city where the biblical “Jaazaniah, the son of the Maacathite,” died. See William F. Badè, “The Seal of Jaazaniah,” Zeitschrift für die alttestamentlishe Wissenschaft 51 (1933): pp. 150–156; WSS, p. 52 no. 8; IBP, p. 235; “Sixteen Strong,” p. 52.


Symbols & Abbreviations

ANEHST  Mark W. Chavalas, ed., The Ancient Near East: Historical Sources in Translation (Blackwell Sources in Ancient History; Victoria, Australia: Blackwell, 2006). ABC  A. Kirk Grayson, Assyrian and Babylonian Chronicles (Winona Lake, Ind.: Eisenbrauns, 2000). ANET  James B. Pritchard, ed., Ancient Near Eastern Texts Relating to the Old Testament, 3rd ed.  (Princeton, N.J.: Princeton University Press, 1969). B.C.E.  before the common era, used as an equivalent to B.C. BASOR Bulletin of the American Schools of Oriental Research c.  century (all are B.C.E.) ca.  circa, a Latin word meaning “around”cf.  compare CAH  John Boardman et al., eds., The Cambridge Ancient History (2nd ed.; New York: Cambridge University Press, 1970). “Corrections”  Lawrence J. Mykytiuk, “Corrections and Updates to ‘Identifying Biblical Persons in Northwest Semitic Inscriptions of 1200–539 B.C.E.,” Maarav 16 (2009), pp. 49–132, free online athttp://docs.lib.purdue.edu/lib_research/129/COS  William W. Hallo and K. Lawson Younger, eds., The Context of Scripture, vol. 2: Archival Documents from the Biblical World (Boston: Brill, 2000).
Dearman, Studies  J. Andrew Dearman, ed., Studies in the Mesha Inscription and Moab (Atlanta: Scholars Press, 1989). esp.  especially fl.  flourished IBP  Lawrence J. Mykytiuk, Identifying Biblical Persons in Northwest Semitic Inscriptions of 1200–539 B.C.E. (Atlanta: Society of Biblical Literature, 2004). This book is a revised Ph.D. dissertation in Hebrew and Semitic Studies, University of Wisconsin-Madison, 1998, which began with a 1992 graduate seminar paper. Most of IBP is available on the Google Books web site:  https://www.google.com/search?tbo=p&tbm=bks&q=mykytiuk+identifying&num=10 ibid.  (Latin) “the same thing,” meaning the same publication as the one mentioned immediately before idem  (Latin) “the same one(s),” meaning “the same person or persons,” used for referring to the author(s) mentioned immediately before. IEJ  Israel Exploration Journal ITP  Hayim Tadmor, The Inscriptions of Tiglath-pileser III, King of Assyria (Fontes ad Res Judaicas Spectantes; Jerusalem: Israel Academy of Sciences and Humanities, 2nd 2007 printing with addenda et corrigenda, 1994).n.  note (a footnote or endnote) no.  number (of an item, usually on a page) OROT  Kenneth A. Kitchen, On the Reliability of the Old Testament (Grand Rapids, Mich.: Eerdmans, 2003). P&B  Edwin M. Yamauchi, Persia and the Bible (Grand Rapids, Mich.: Baker, 1990). Pl.  plate(s) (a page of photos or drawings in a scholarly publication, normally unnumbered,) r.  reigned Raging Torrent  Mordechai Cogan, The Raging Torrent: Historical Inscriptions from Assyria and Babylonia Relating to Ancient Israel (A Carta Handbook; Jerusalem: Carta, 2008).   RlA  Reallexikon der Assyriologie und Vorderasiatischen Archäologie (New York, Berlin: de Gruyter, ©1932, 1971). RIMA  a series of books: The Royal Inscriptions of Mesopotamia: Assyrian Periods RIMA 3  A. Kirk Grayson, Assyrian Rulers of the Early First Millennium BC, II (858–745 BC) (RIMA, no. 3; Buffalo, N.Y.: University of Toronto Press, 1996). “Sixteen”  Lawrence J. Mykytiuk, “Sixteen Strong Identifications of Biblical Persons (Plus Nine Other Identifications) in Authentic Northwest Semitic Inscriptions from before 539 B.C.E.,” pp. 35–58 in Meir Lubetski and Edith Lubetski, eds., New Inscriptions and Seals Relating to the Biblical World (Atlanta: Society of Biblical Literature, 2012), free online at http://docs.lib.purdue.edu/lib_research/150/Third  Kenneth A. Kitchen, The Third Intermediate Period in Egypt (1100–650 B.C.) (2nd rev. ed. with supplement; Warminster, England: Aris & Phillips, 1986). WSS  Nahman Avigad and Benjamin Sass, Corpus of West Semitic Stamp Seals (Jerusalem: The Israel Academy of Sciences and Humanities, Israel Exploration Society, and The Hebrew University of Jerusalem, The Institute of Archaeology, 1997).


Date Sources

This table uses Kitchen’s dates for rulers of Egypt, Pitard’s for kings of Damascus (with some differences), Galil’s for monarchs of Judah and for those of the northern kingdom of Israel, Grayson’s for Neo-Assyrian kings, Wiseman’s for Neo-Babylonian kings and Briant’s, if given, for Persian kings and for the Persian province of Yehud. Other dates follow traditional high biblical chronology, rather than the low chronology proposed by Israel Finkelstein.
References
Kenneth A. Kitchen, The Third Intermediate Period in Egypt (1100–650 B.C.) (2nd rev. ed. with supplement; Warminster, England: Aris & Phillips, 1986), pp. 466–468.
Wayne T. Pitard, Ancient Damascus: A Historical Study of the Syrian City-State from Earliest Times until its Fall to the Assyrians in 732 B.C.E. (Winona Lake, Ind.: Eisenbrauns, 1987), pp. 138–144, 189.
Gershon Galil, The Chronology of the Kings of Israel and Judah (SHCANE 9; New York: Brill, 1996), p. 147.
A. Kirk Grayson, Assyrian Rulers of the Early First Millennium BC, II (858–745 BC) (RIMA 3; Buffalo, N.Y.: University of Toronto Press, 1996), p. vii; idem, “Assyria: Ashur-dan II to Ashur-nirari V (934–745 B.C.),” in CAH, vol. III, part I, pp. 238–281; idem, “Assyria: Tiglath-pileser III to Sargon II (744–705 B.C.),” in CAH, vol. III, part II, pp. 71–102; idem, “Assyria: Sennacherib and Esarhaddon (704–669 B.C.),” in CAH, vol. III, part II, pp. 103–141; idem, “Assyria 668–635 B.C.: The Reign of Ashurbanipal,” in CAH, vol. III, part II, pp. 142–161.
Donald J. Wiseman, “Babylonia 605–539 B.C.” in CAH, vol. III, part II, pp. 229–251.
Pierre Briant, From Cyrus to Alexander : A History of the Persian Empire (Winona Lake, Ind.: Eisenbrauns, 2002), “Index of Personal Names,” pp.  1149–1160.

Source / Πηγή:

http://www.biblicalarchaeology.org/daily/people-cultures-in-the-bible/people-in-the-bible/50-people-in-the-bible-confirmed-archaeologically/

Το νέο Λεξικό της Καινής Διαθήκης από τον Α. Χατζηαργυρό

lexiko

Τίτλος: Λεξικό της Καινής Διαθήκης: Ερμηνευτικό – Ετυμολογικό

Συγγραφέας: Αναστάσιος Χατζηαργυρός

Εκδότης: Αρμός

Έτος: 2012

Σελίδες: 684

Πριν από μερικά χρόνια είχα επικοινωνήσει προσωπικά με έναν ομότιμο καινοδιαθηκολόγο όσον αφορά την ανάγκη έκδοσης ενός λεξικού της Καινής Διαθήκης. Μου ομολόγησε ότι δυστυχώς ο πανεπιστημιακός χώρος δεν ενδιαφέρεται αρκετά για κάτι τέτοιο. Αυτή είναι μια δυσάρεστη αλήθεια. Αν λοιπόν κανείς ανασκαλέψει τους διάφορους τίτλους που έχουν χρηματοδοτηθεί/προωθηθεί/εκδοθεί τα τελευταία χρόνια, θα δει, μεταξύ άλλων, τερατωδών διαστάσεων πραγματείες σε ιλουστρασιόν χαρτί για ασήμαντους κομπάρσους της ιστορίας του χριστιανισμού, ονόματα και γεγονότα που δεν θα μάθει ποτέ ούτε ο μέσος γνώστης της βυζαντινής ιστορίας· το θεμέλιο όμως του χριστιανισμού και το ανεπανάληπτο κληροδότημα της ιστορίας της ελληνικής γλώσσας, η Καινή Διαθήκη, βρισκόταν και βρίσκεται στο παρασκήνιο. Πιότερο από λεφτά, η επιστροφή στις ρίζες προφανώς θέλει τόλμη και αρετή. Εδώ πήξαμε από τα λεξικά της παραπαιδείας, που έχουν γεμίσει τα βιβλιοπωλεία ώστε να καλύψουν τις σχολικές ανάγκες για τους κλασικούς συγγραφείς, και δεν βρίσκεται ένας χριστιανός, ένας από αυτούς τους στοχαστικούς θεματοφύλακες του πνευματικού πλούτου μας ή ένας από τους διανοούμενους που στις τηλεοράσεις και τις εφημερίδες διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους για τον εκφυλισμό του Νεοέλληνα, ώστε να φτιάξει ένα ενημερωμένο λεξικό της Καινής Διαθήκης μετά τον Μητροπολίτη Λεοντοπόλεως Σωφρόνιο Ευστρατιάδη του σωτηρίου έτους 1910…

Όταν λοιπόν έμαθα για την κυκλοφορία ενός τέτοιου λεξικού από τις Εκδόσεις Αρμός, χάρηκα βαθύτατα. Έτρεξα και το αγόρασα. Η πρώτη εντύπωση ήταν εξαιρετική. Ελκυστικό εξώφυλλο, γερό δέσιμο, ποιοτική εκτύπωση, καλό χαρτί (αν και υπερβολικά βαρύ για τον συνολικό αριθμό των σελίδων), ευανάγνωστη γραμματοσειρά: ένα στολίδι των γραφικών τεχνών!

Η χαρά μου όμως έμελλε να μείνει ανολοκλήρωτη και μάλιστα στη θέση της να έρθει μια εξοργιστική απογοήτευση. Ήταν εξοργιστική, εξού και ο γενικός τόνος του παρόντος κειμένου, ακριβώς επειδή χάθηκε μια μεγάλη ευκαιρία να καλυφτεί η αδήριτη ανάγκη για ένα σοβαρό λεξικό της Καινής Διαθήκης. Τα προβλήματα του νέου λεξικού είναι πολλαπλά, όπως θα εξηγήσω αμέσως, και ίσως φαίνονται ήδη από το ότι δεν περιέχει καν βιβλιογραφία.

Ένα πρώτο πρόβλημα, όχι από τα σημαντικότερα, είναι η εσωτερική δομή των λημμάτων. Τα λήμματα των λεξικών απαριθμούν τις σημασίες τους (οι οποίες φυσικά είναι εν χρήσει) είτε με βάση την εξέλιξή τους, δηλαδή πρώτα την αρχική σημασία και ύστερα τις διακλαδώσεις της (π.χ.: σφαίρα: (1) οτιδήποτε στρογγυλό, (2) βλήμα πυροβόλου όπλου, (3) πεδίο δράσης κ.λπ.) είτε με βάση τη συχνότητα της χρήσης, όπου πρωτεύει η κυρίαρχη χρήση και ύστερα παρατίθενται οι λιγότερο συχνές. Στα λεξικά των αρχαίων γλωσσών χρησιμοποιείται συνήθως ο πρώτος τρόπος διάταξης των σημασιών επειδή εξυπηρετεί καλύτερα την ερμηνεία των αρχαίων κειμένων και βασίζεται σε κάπως πιο επαληθεύσιμα κριτήρια: λόγου χάρη, σε ένα λεξικό της Καινής Διαθήκης, τα ποσοστά των χρησιμοποιούμενων σημασιών καθορίζονται από το βιβλικό κείμενο ή από τα εξωβιβλικά κείμενα;

Ο Αναστάσιος Χατζηαργυρός, ο λεξικογράφος του Αρμού, ακολουθεί έναν κατώτερο τρόπο δόμησης των λημμάτων. Συγκεκριμένα, καταγράφει τις σημασίες με βάση τη σειρά εμφάνισής τους στο βιβλικό κείμενο. Είναι σχεδόν αστεία η περίπτωση της λέξης ρομφαία, όπου ως πρώτη σημασία μας δίνεται το «οξύς, βαθύτατος πόνος». Η δεύτερη σημασία, επίσης περίεργη, είναι: «πύρινη σπάθα των αρχαγγέλων». Και επιτέλους μαθαίνουμε από την τρίτη σημασία ότι η ρομφαία σημαίνει «σπαθί, ξίφος».

Με το παράδειγμα της ρομφαίας, αρχίζουμε και διαπιστώνουμε ορισμένα νέα προβλήματα στην εσωτερική διαμόρφωση των λημμάτων. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη και η δεύτερη σημασία δεν διαφέρουν πραγματικά από την τρίτη. Η σημασία είναι μία εν προκειμένω, αλλά χρησιμοποιείται μεταφορικά και αλληγορικά σε ορισμένα εδάφια. Φυσικά, σε ένα βιβλικό λεξικό είναι χρήσιμο μερικές φορές να απεικονίζεται η κατανομή των σημασιών ως προς τα συμφραζόμενα, ιδίως όταν υπάρχουν υποψίες ότι αυτό επηρεάζει την ερμηνεία της λέξης, ωστόσο θα ήταν αξιοπερίεργο να αισθάνεται ένας λεξικογράφος ότι αλλάζει η σημασία της ρομφαίας ανάλογα με το αν την κρατά ο Χριστός, τα χερουβείμ ή κάποιος ανθρώπινος μαχητής.

Παρατηρώντας το λήμμα της ρομφαίας πιο προσεκτικά, διαπιστώνουμε ότι τα προβλήματα δεν είναι μόνο εξωτερικά αλλά και ουσιαστικά. Υπάρχουν σοβαρά ζητήματα με το περιεχόμενο του λήμματος. Γιατί η ρομφαία ως συμβολικό όπλο των ουράνιων όντων αφορά συγκεκριμένα τους «αρχαγγέλους», όταν η πρώτη αναφορά στη Βίβλο αφορά «χερουβείμ» και όταν οι αρχάγγελοι ως τάξη αγγέλων δεν αναφέρονται στο βιβλικό κείμενο; Γιατί υπάρχει αυτή η αναφορά όταν το εν λόγω εδάφιο μιλάει για τον Χριστό; Στην αρχή υπέθεσα ότι ο συντάκτης του λεξικού επηρεάστηκε από την ιουδαϊκή απόκρυφη γραμματεία ή από τον Φίλωνα, αλλά το γενικό επίπεδο των πληροφοριών των λημμάτων καθιστούν πιθανότερο να είναι επηρεασμένος από τη Μαρίνα του Ελύτη, που μελοποίησε ο Θεοδωράκης.

Το πιο μεγάλο πρόβλημα δεν είναι η δομή του λήμματος αλλά ότι από το ερμήνευμα τελικά λείπει η ουσία. Αυτή η ουσία φαίνεται με το εξής ερώτημα: σε τι διαφέρει η ρομφαία από τη μάχαιρα; Όπως λέει το λεξικό του Bauer, η ρομφαία είναι «μεγάλο και πλατύστομο σπαθί που χρησιμοποιούσαν μη ελληνόφωνοι λαοί, ιδιαίτερα οι Θράκες». Παρόμοια πράγματα επισημαίνουν και ο Vine και οι Liddell-Scott και, ω ναι, ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης. Αυτές είναι πραγματικά χρήσιμες πληροφορίες σε ένα λεξικό, αλλά απουσιάζουν από το νέο λεξικό. Και επειδή αναφερθήκαμε στη μάχαιρα, το υπό εξέταση λεξικό λέει ότι σημαίνει «μεγάλο μαχαίρι» και «εγχειρίδιο», αλλά πουθενά δεν δίνει τη σημασία «σπαθί». Πιστέψτε με, όμως, η «μάχαιρα του πνεύματος» δεν είναι μήτε για να κόβουμε ψωμί, μήτε και χαρτοκόπτης. Ναι, η «μάχαιρα» είναι σε μερικές περιπτώσεις «σπαθί», αν και κοντύτερο από τη ρομφαία.

Συνεπώς, ο λεξικογράφος δεν γνωρίζει επαρκώς πώς να στήσει το λήμμα ενός λεξικού. Δεν γνωρίζει πώς διαφοροποιούνται οι σημασίες, πώς διατάσσονται μέσα στο λήμμα, αφήνει απέξω υπαρκτές και, ακόμα χειρότερα, προσθέτει ανύπαρκτες. Κραυγαλέα περιπτώση έλλειψης λεξικογραφικής κρίσης φανερώνει το λήμμα αββάς, λέξη για την οποία μαθαίνουμε ότι σημαίνει: (1) «προσαγόρευση ηλικιωμένων μοναχών»· (2) «ηγούμενος μοναστηριού»· (3) «ηγούμενος μονής της Δύσης»· (4) «ο εφημέριος ιερέας της Καθολικής Εκκλησίας». Τελικά, αναρωτιόμαστε αν κρατάμε λεξικό της Καινής Διαθήκης ή εγκυκλοπαίδεια του μεσαιωνικού χριστιανισμού. Και αν αυτό σας φάνηκε λίγο, θα χαιρόμουν να ακούσω τις αντιδράσεις σας στις σημασίες που απαριθμούνται για τη βιβλική λέξη πλοίο. Διαβάστε: «Δεξαμενόπλοιο», «ναυαγοσωστικό πλοίο», «επιβατικό πλοίο», «πλοίο τύπου Roll-on Roll-off· τύπος πλοίου που κατασκευάστηκε τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο εσωτερικό μοιάζει με πάρκινγκ με πολλούς ορόφους, και έχει ανοίγματα για τη φορτοεκφόρτωση πολεμικών οχημάτων, μπρος, πίσω και πλάγια». Θαυμάσια. Αφού απολαύσαμε την επίτομη ιστορία της ναυσιπλοΐας, μαθαίνουμε και κάτι καινούργιο για την εποχή της Καινής Διαθήκης: ο Παύλος ταξίδεψε με «επιβατηγό πλοίο»! Ο λεξικογράφος, προφανώς, δεν ήξερε ότι τότε δεν υπήρχαν επιβατηγά πλοία. Επιβάτες φυσικά υπήρχαν, αλλά φιλοξενούνταν πρόχειρα στα φορτηγά πλοία. Βεβαίως, δεν μπορώ να γνωρίζω από πού ο συντάκτης άντλησε την έμπνευσή του. Αναλογιστείτε μόνο ότι ο παλαιός Ευστρατιάδης δεν πέφτει σε τέτοιο σφάλμα και επί της ουσίας αποδεικνύεται καλύτερος για άλλη μια φορά.

Ο λεξικογράφος, ως μελετητής της αρχαιοελληνικής γραμματείας, υπήρξε εραστής του Ομήρου. Αυτό αντανακλάται σε αρκετά λήμματά του. Στο λήμμα αγαθός αφιερώνει πάμπολλες αράδες στη μυκηναϊκή και ομηρική χρήση της λέξης, υιοθετώντας αυτολεξεί υλικό από το Μέγα Λεξικό της Ελληνικής Γλώσσας του Παπύρου, αν και αυτό δεν αναφέρεται πουθενά. Επίσης πάντα καταγράφει την ετυμολογία, ενίοτε με αναφορές στις ινδοευρωπαϊκές ρίζες. Η ετυμολογία σε ένα τέτοιο λεξικό είναι κατ’ ουσίαν άχρηστη, εφόσον υπάρχουν ειδικά έργα προς αυτόν τον σκοπό, και αμφίβολης ποιότητας, καθότι απαιτεί επιστημονική ειδίκευση. Όσο για την ευρύτερη αρχαιοελληνική χρήση, αυτή θα μπορούσε να είναι χρήσιμη όταν υπάρχει όντως σύνδεση με την καινοδιαθηκική χρήση, αλλά ακόμα πιο χρήσιμα είναι δύο πράγματα που συχνάκις αγνοεί ο λεξικογράφος.

Κατ’ αρχάς, απουσιάζει η επαρκής σύνδεση του λεξιλογίου της Καινής Διαθήκης με τη Μετάφραση των Εβδομήκοντα, τις Εβραϊκές Γραφές και εν γένει το σημιτικό υπόβαθρο των βιβλικών συγγραφέων. Η παιδεία, για παράδειγμα, αν και είναι λέξη με περίοπτη θέση στην ελληνικό κόσμο εφόσον δηλώνει πολιτιστική καλλιέργεια ή κουλτούρα, στην Καινή Διαθήκη χρησιμοποιείται σχεδόν αποκλειστικά με την σημασία της λέξης μουσάρ, δηλαδή ως «διόρθωση» που είναι δυσάρεστη στους αποδέκτες της (Εβραίους 12:11). Αυτή η σημασία απουσιάζει από το νέο λεξικό, ενώ ο κατά εκατό έτη παλαιότερος Ευστρατιάδης δίνει τη σημασία της «τιμωρίας», η οποία πλησιάζει περισσότερο τη σωστή σημασία.

Κατά δεύτερον, έχει ανεπαρκώς λάβει υπόψη το σύγχρονο λεξιλόγιο της Κοινής Ελληνικής, όπως το υλικό των ελληνιστικών παπύρων που ανακαλύφθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα. Από το ελληνιστικό λεξιλόγιο μάθαμε, λόγου χάρη, ότι την εποχή που γράφτηκαν τα Ευαγγέλια η παρουσία σήμαινε, μεταξύ άλλων, την επίσκεψη ενός βασιλιά. Αυτή η πολύ χρήσιμη πληροφορία για την εσχατολογία απουσιάζει από το λεξικό του Χατζηαργυρού.

Ένα συναφές πρόβλημα υπάρχει με λέξεις που μπορεί να εμφανίζονται λίγες ή μόνο μία φορά στην Καινή Διαθήκη, αλλά εκείνη την εποχή χρησιμοποιούνταν με πολλούς τρόπους. Αντί να δώσει μόνο μία σημασία για τη λέξη αυτή ο λεξικογράφος, είναι σοφότερο να εξηγήσει γενικά πώς χρησιμοποιούνταν η λέξη και ίσως μάλιστα να επιτρέψει στον αναγνώστη να επιλέξει εκείνος τη σωστή σημασία. Το λεξικό του Bauer καταγράφει τέσσερις βασικές σημασίες για τη λέξη χαρακτήρ: (1) «σημάδι ή αποτύπωμα πάνω σε ένα αντικείμενο», (1α) σε κέρματα το αποτύπωμα του εικονιζόμενου, (1β) έμβλημα, (2) «κάτι που παράγεται ως αναπαράσταση, αναπαραγωγή, απεικόνιση», (3) «χαρακτηριστικό γνώρισμα ή τρόπος, διακριτικό σημάδι» και (4) «εμφάνιση, μορφή». Ο Χατζηαργυρός δίνει μόνο τη μία σημασία που θεωρεί σωστή για το μοναδικό εδάφιο εμφάνισης της λέξης και έτσι η απόσταση που τον χωρίζει από τον Bauer είναι αγεφύρωτη.

Ένα άλλο ελάττωμα του λεξικογράφου είναι ότι κουράζει άσκοπα τον αναγνώστη παραθέτοντας ολόκληρα εδάφια (ή μεγάλα μέρη τους) ως παραδείγματα για κάθε μία σημασία ξεχωριστά, ακόμα και αν κάποια σημασία είναι γνωστή και κατανοητή σήμερα. Σαν να μην έφτανε αυτό, πάντα παραθέτει και μετάφραση στα Νέα Ελληνικά, ακόμα και αν η φρασεολογία του εδαφίου είναι απολύτως σαφής. Η τακτική όμως της εκτενούς παράθεσης των συμφραζομένων είναι πραγματικά χρήσιμη μόνο όταν υπάρχουν ιδιαιτερότητες στην ερμηνεία ή στη σύνταξη μιας λέξης. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι κατάλληλα, πολλές φορές, ακόμα και σχόλια για τη σωστή μετάφραση του κειμένου, για να μην αναφέρουμε τη βιβλιογραφία σε ειδικά άρθρα, και σηκώσουμε πολύ ψηλά τον πήχη. Έτσι λοιπόν, στο λήμμα οφθαλμός, παρότι ο σύγχρονος Έλληνας γνωρίζει πως πρόκειται για το όργανο της όρασης, ο λεξικογράφος θα αφιερώσει χώρο για το παράδειγμά του: ει δε ο οφθαλμός σου ο δεξιός σκανδαλίζει σε, έξελε αυτόν και βάλε από σου. Και ακολουθεί η μετάφραση, την οποία βαριέμαι να γράψω. Όπως καταλαβαίνετε, αν ο λεξικογράφος δεν γέμιζε τα λήμματά του με ένα σωρό τέτοια εδάφια, το λεξικό θα είχε λιγότερες από τις μισές σελίδες.

Ένα τελικό ελάττωμα του λεξικού είναι η θρησκευτική προκατάληψή του. Ο Χατζηραργυρός χρωματίζει με πάθος τα ερμηνεύματά του σύμφωνα με τις προσωπικές του θρησκευτικές πεποιθήσεις, ασχέτως αν η γλώσσα επιτρέπει και διαφορετικές ερμηνείες. Αυτό φαίνεται σε πολλά λήμματα, αλλά και από τις ίδιες τις δηλώσεις του συντάκτη. Συγκεκριμένα, μας λέει στο Παράρτημα για τη λέξη αρχή στο εδάφιο Αποκάλυψη 3:14 ένα περιστατικό που του έτυχε, όταν συνάντησε στον δρόμο κάποιον «απόφοιτο του δημοτικού» ο οποίος πουλούσε θρησκευτικά βιβλία και τον οποίο αποστόμωσε επειδή δεν γνώριζε τη διαφορά μεταξύ γενικής αντικειμενικής και γενικής υποκειμενικής. Ο λεξικογράφος υποστηρίζει, γεμάτος σιγουριά για τις γνώσεις του, πως στη φράση η αρχή της κτίσεως του θεού, η πρώτη γενική είναι υποκειμενική και σημαίνει «η αρχή που κτίζει». Ναι, διαβάσατε καλά. Ο λεξικογράφος, προφανώς από βιασύνη, έπεσε την παγίδα που έστησε, αφού έκανε την γκάφα να μπερδέψει από μόνος του τις γενικές, καθότι γενική υποκειμενική εδώ θα σήμαινε: «η κτίσις άρχει» και όχι «η αρχή κτίζει». Σε κάθε περίπτωση, το συμπέρασμα στο οποίο ποθεί να καταλήξει είναι απαράδεκτο γλωσσικά, εφόσον στο εδάφιο συνυπάρχει και η γενική του θεού, η οποία είναι αδιαπραγμάτευτα υποκειμενική ή κτητική και δηλώνει σαφώς τον Θεό, και όχι τον Αμήν, ως τον κύριο και την πρώτη αιτία της κτίσεως. Ο Θεός κτίζει, όχι ο Αμήν. Όσο για την αρχή της κτίσεως, με αυτά τα συμφραζόμενα η πιο λογική ερμηνεία περιλαμβάνει τη γενική διαιρετική (=ο πρώτος που κτίσθηκε), όπως λέει το λεξικό του Bauer στο λήμμα αρχή.

Ο λεξικογράφος Αναστάσιος Χατζηαργυρός φυσικά δεν είναι αγράμματος σαν τον «απόφοιτο του δημοτικού». Ωστόσο, το αποτέλεσμα δείχνει πως δεν ήταν σε θέση να ολοκληρώσει τον στόχο που έθεσε. Ό,τι και αν έφταιξε, οι εκδότες του Αρμού όφειλαν να αντιληφθούν τις αδυναμίες του έργου και να πράξουν ανάλογα. Θα μπορούσαν ίσως να κρατήσουν το καλύτερο μέρος του αρχικού έργου με σκοπό να το αναθεωρήσουν και να το εμπλουτίσουν, ώστε τελικά να πληροί τις προδιαγραφές ενός σοβαρού και σύγχρονου λεξικού της Καινής Διαθήκης. Η μόνη λογική εξήγηση που μπορώ να δώσω για τη στάση του Αρμού, ενός οίκου με πολλούς αξιόλογους συνεργάτες, είναι ότι ο συντάκτης ίσως χρηματοδότησε ο ίδιος το έργο του μη επιτρέποντας παρεμβάσεις από τρίτους.

Τελικά, αξίζει να το αγοράσει κανείς; Εγώ το αγόρασα λόγω της υφιστάμενης πενίας ανάλογων έργων στη μητρική μου γλώσσα. Εντούτοις, στη μελέτη μου χρησιμοποιώ σχεδόν αποκλειστικά τα γνωστά ξένα λεξικά. Για κάποιον όμως που δεν διαθέτει αυτά τα έργα ή δεν γνωρίζει Αγγλικά ή Γερμανικά, οι επιλογές του είναι εξαιρετικά περιορισμένες. Ευτυχώς, υπάρχει ο Σταματάκος, καθώς και ο Κωνσταντινίδης στο διαδίκτυο, και κάπως σώζεται η κατάσταση…