Σχόλια του Παναγιώτη Χρήστου για τη χριστολογία των Απολογητών

Το κάτωθι απόσπασμα είναι μέρος του βιβλίου Το Μυστήριο του Θεού (Κυρομάνος, Θεσσαλονίκη 1991) του σημαντικότερου ίσως Έλληνα πατρολόγου, του Παναγιώτη Χρήστου, και το έχουμε αναπαραγάγει από τον ιστότοπο της Μυριοβίβλου. Εν προκειμένω, ο Χρήστου τονίζει τις ουσιώδεις διαφορές που έχει η Ορθόδοξη χριστολογία εν συγκρίσει με τη χριστολογία των Απολογητών, οι οποίοι, για να εξηγήσουν διανοουμενίστικα τον ρόλο του Υιού του Θεού σε σχέση με τον Θεό και την κτίση,  με αφορμή τον πρόλογο του Ευαγγελίου του Ιωάννη υιοθέτησαν (με κάποιες τροποποιήσεις) το οντολογικό σύστημα του Ιουδαίου πλατωνιστή Φίλωνα περί του συμπαντικού Λόγου ως ενδιάμεσου μεταξύ Θεού και κόσμου. Ο Χρήστου επισημαίνει ότι αυτές οι απόψεις των Απολογητών ήταν ασύμβατες με το δόγμα της Τριάδας επειδή έθεταν τον Υιό υπό τον Πατέρα ως προς τη φύση και γι’ αυτό απορρίφθηκαν τον τέταρτο αιώνα.—Βλέπε επίσης τα αποσπάσματα του Andrew Louth, του Charles Freeman και του Justo L. González.

Ο Υιός

Η δευτέρα υπόστασις, που καλείται αδιακρίτως Λόγος και Υιός, είναι επίσης άναρχος υπό την έννοια ότι ευρίσκεται υπεράνω του χρόνου και προ του χρόνου, αλλ’ έχει αρχή, όπως είδαμε, τον Πατέρα. Για να χρησιμοποιήσωμε αναλογικές εκφράσεις, ο Λόγος είναι μία σύλληψις του Πατρός περί του εαυτού του, η οποία είναι εικών του, ο Υιός είναι υπόστασις που προέρχεται από τον Πατέρα ως γέννημα. Νόησις και γέννησις είναι καταστάσεις όμοιες εδώ, αλλά και ταυτές, διότι και τα δύο φαινόμενα παρατηρούνται στον χώρο του ακτίστου, όπου οι έννοιες όμοιος και ταυτός συμπίπτουν και όπου δεν υπάρχει διάκρισις αντικειμένων, για να χαρακτηρισθούν αυτά είτε ως όμοια είτε ως ανόμοια. Η διάκρισις δημιουργεί αμέσως κατάστασι κτιστότητος. Ένα πράγμα, αν είναι όμοιο με το θείο, είναι εντός του ακτίστου και ταυτίζεται με αυτό, ενώ αν είναι ανόμοιο προς αυτό, είναι κτιστό(31).

Στην επιστολή «Προς Έβραίους»(32) ο Υιός αποκαλείται «απαύγασμα της δόξης και χαρακτήρ της υποστάσεως» του Πατρός. Αυτές οι παραστάσεις μπορούν να υποδηλώσουν επαρκώς την σχέσι του με τον Πατέρα, υπό τον όρο ότι δεν θα εκληφθούν κυριολεκτικώς, αφού άλλωστε από την μετέπειτα θεολόγησι μόνο σποραδικώς χρησιμοποιήθηκαν. Επί πολύν χρόνο επεκράτησε στην θεολογία ο χαρακτηρισμός του Λόγου ως εικόνος του Πατρός, με βάσι το παύλειο «ός εστιν εικών του Θεού του αοράτου»(33), χαρακτηρισμός που συμπίπτει με την ανωτέρω παράστασι περί «χαρακτήρος της υποστάσεως», αφού η λέξις χαρακτήρ έχει ληφθή από τις εικόνες των ηγεμόνων που ήσαν χαραγμένες επάνω στα νομίσματα. Πρέπει να σημειωθή ότι αυτή η παράστασις της εικόνος, συμβολική όπως και οι προηγούμενες, υποδηλώνει επίσης τις σχέσεις μεταξύ των δύο υποστάσεων, αλλά δεν τις αποδίδει ουσιωδώς. Βέβαια μερικοί πατέρες ηθέλησαν να δώσουν ουσιαστικώτερο περιεχόμενο στην εικόνα, όπως επί παραδείγματι ο Κύριλλος Αλεξανδρείας που φέρει τον Χριστό να λέγη,

«Πέφηνά τε και ειμί κατ’ αλήθειαν και της ουσίας αυτού χαρακτήρ απαράλλακτος και εικών εμφερής, όλην εν εμαυτώ την του Θεού εγχαράττων φύσιν»(34).

Στην πραγματικότητα όμως, οσοδήποτε ακριβής και αν είναι μία εικών, και οσηδήποτε συγγένεια και αν δηλώνη, δεν μπορεί να σημαίνη ταύτισι του εικονιζομένου και της εικόνος και δεν αρμόζει απολύτως σ’ ένα ον που είναι ομοούσιο με το άλλο, διότι αδυνατεί ν’ αποδώση την ομοουσιότητα. Αντιθέτως στην χρήσι του αναφορικά με την αποκαλυπτική κάθοδο του Λόγου προς τον άνθρωπο ο όρος ταιριάζει απολύτως. Όταν οι άνθρωποι θεωρούν σ’ αυτόν τον Πατέρα, τότε ο Λόγος είναι πραγματικά εικών του Πατρός, διότι φέρει σ’ αυτούς τα γνωρίσματα εκείνου και τους τα καθιστά αισθητά και γνωριστά· είναι αγαθός όπως ο Πατήρ, παντοδύναμος όπως ο Πατήρ, ζωοδότης όπως ο Πατήρ. Κανείς δεν γνωρίζει τον Πατέρα παρά μόνο δι’ αυτού. «Ουδέ τον Πατέρα τις γινώσκει, ειμή ο Υιός και ω εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι»(35).

Το ότι ο Υιός παρέχει ζωή, εκφράζεται εναργώς με την δημιουργική του ενέργεια. Όλα έγιναν δι’ αυτού(36). Εξ αιτίας αυτής της δραστηριότητος επεκράτησε από τις ημέρες των Απολογητών του 2ου αιώνος να αποκαλήται με το όνομα που του είχε δώσει ολίγο ενωρίτερα ο Ιωάννης στον πρόλογο του Ευαγγελίου του(37), Λόγος. Μερικοί όμως από τους Έλληνες απολογητάς ετόνισαν τόσο υπερβολικά το σημείο τούτο, ώστε να φθάσουν σε μία επικίνδυνη θεωρία, υιοθετώντας την άποψι ότι ο Λόγος του Θεού αϊδίως ήταν ενδιάθετος μέσα στον Πατέρα, όπως είναι στον άνθρωπο η λογική σκέψις, και όταν ο Θεός αποφάσισε να δημιουργήση όσα ηθέλησε, τότε εξεπήδησε ως Λόγος προφορικός, δηλαδή τότε εγεννήθηκε. Η θεωρία αυτή, που προβάλλεται από αρκετούς απολογητάς, αλλά ευρήκε την τελική της διατύπωσι στον Θεόφιλο Αντιοχείας(38), οδηγεί οπωσδήποτε στην υποτίμησι της προσωπικότητος του Υιού και αργότερα έπαιξε σοβαρό ρόλο στις αρειανικές έριδες. Στην ανάπτυξί της συνέβαλε οπωσδήποτε η κυριολεκτική έννοια της λέξεως «λόγος» που σημαίνει φωνητική εκφορά εσωτερικών σκέψεων.

Διά της θεωρίας αυτής ο Λόγος παρουσιάζεται ως απλό όργανο που προήλθε από την θέλησι του Πατρός. Αλλ’ αν είναι προϊόν θελήσεως και όχι της φύσεως, τότε ασφαλώς δεν μπορεί να ταυτισθή με την θεία φύσι. Η ορθόδοξη διδασκαλία περί υποστάσεων απαιτεί την κατ’ ανάγκη παρουσία του Λόγου μέσα στην θεία φύσι και αυτό βεβαίως συνεπάγεται την άποψι ότι ο Λόγος γεννάται αϊδίως και κατ’ ανάγκη, όχι κατά θέλησι. Βέβαια η ύπαρξις ανάγκης στον Θεό είναι κάτι δυσεξήγητο, αυτήν δε την δυσκολία ήθελε να παρακάμψη ο Ωριγένης, όταν εβεβαίωνε κι’ αυτός ότι ο Λόγος προήλθε αιωνίως μεν από τον Θεό, αλλά πάντως κατά την βούλησί του(39). Εδώ όμως δεν πρόκειται περί εξωτερικής αναγκαιότητος, για να μας προδιαθέτη δυσμενώς, αλλά για εσωτερική, φυσική• δεν πρόκειται καν περί ανάγκης, αλλά περί φοράς και κινήσεως της θείας φύσεως προς εαυτήν. Αναμφιβόλως η κοσμολογική δραστηριότης του Λόγου κατά την ανωτέρω έννοια των Απολογητών απειλούσε την τριαδική διδασκαλία περί Θεού· γι’ αυτό αργότερα εγκαταλείφθηκε όλη εκείνη η θεωρία, βαθμιαίως δε υποχώρησε και η χρήσις του ονόματος Λόγος προς δήλωσι της δευτέρας τριαδικής υποστάσεως, αν και τούτο δεν εγκαταλείφθηκε πλήρως.

Ο Υιός προέρχεται κατά μία διαδικασία που ανήκει στην κατηγορία της φύσεως ή ουσίας. Ο Θεός, για να δημιουργήση τα κτίσματα, προϊόντα θελήσεως που κάποτε ήσαν μη όντα, προβουλεύεται, για τον Υιό όμως που γεννάται από τον ίδιο εντελώς φυσικά δεν προβουλεύεται(40). Αυτός δεν ήλθε σε ύπαρξι δι’ ενεργείας βουλήσεως, αλλά είναι κατά φύσι Υιός, από την ουσία του. Αν ο Υιός είναι επίσης και δημιουργός, τούτο δεν συμβαίνει διότι ο ίδιος παρήχθηκε ως όργανο χρήσιμο γι’ αυτόν τον σκοπό, αφού άλλωστε ο Θεός δεν χρειάζεται μεσολαβητή, αλλά διότι μετέχει της θεότητος. Μετέχει λοιπόν και της δημιουργίας ο Υιός, έχει μάλιστα ένα είδος πρωτοβουλίας σ’ αυτήν, όχι βέβαια ανεξαρτήτως και αυτοβούλως, αλλ’ ως μέλος της Τριάδος κατά κοινή της ενέργεια. Ενεργεί γενικώς ως εξηγητής του Πατρός(41) και ως εκφραστής της δυνάμεως της Τριάδος στην δημιουργία και την ζωοδοσία.

Αλλά πάντως στην νέα δημιουργία κατά την ενανθρώπησι ενεργεί μόνος. Η ολοκληρωτική θεοφανία, η οποία συντελέσθηκε διά της ενώσεως του θείου και του ανθρωπίνου, έδωσε στον Υιό νέα υποστατική ιδιότητα. Έκτοτε φέρει το όνομα Ιησούς Χριστός, όνομα διπλό, για να δηλώνη την διπλόη της φύσεως του θεανθρώπου• Ιησούς για το ανθρώπινο στοιχείο, Χριστός για το θείο. Σ’ αυτήν την φάσι, την κατά συγκατάβασι ενανθρώπησι, παραμένει άτρεπτος κατά την θεότητα, πλήρης θεός, ώστε να μπορούν οι άνθρωποι να κοινωνήσουν δι’ αυτού με την Τριάδα ως σύνολο.


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

31. Οι όροι όμοιος και ανόμοιος δεν χρησιμοποιούνται φυσικά εδώ με την έννοια που είχαν στην μεταγενεστέρα φάσι της αρειανικής έριδος.

32. «Εβρ.» 1,3.

33. Κολ.1,15.

34. «Υπόμνημα εις Ιωάννην»14, 9. PG 74, 208.

35. Ματθ. 11, 27.

36. Ιω. 1,3, «πάντα δι’ αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονεν».

37. Ιω. 1,1. Τον όρο επανέλαβε έπειτα από μία ή δύο δεκαετίες ο Ιγνάτιος Θεοφόρος.

38. «Προς Αυτόλυκον 2, 10. 2, 22.

39. «Περί αρχών» 4, 4, 1.

40. Αθανασίου «Κατά Αρειανών» 3, 61.

41. Ειρηναίου, «Έλεγχος» 4, 20, 7 κά.

Advertisements

Οι ρίζες της αρειανικής διαμάχης κατά τον Andrew Louth

Καθώς προετοιμαζόμουν για το δεύτερο μέρος του άρθρου της παρείσφρησης του πλατωνισμού στη χριστιανική ανθρωπολογία, έπεσα σε ένα πολύ ενδιαφέρον σημείο για τις ρίζες της αρειανικής διαμάχης, το οποίο συμπληρώνει το απόσπασμα του González και σχετίζεται ιδιαίτερα με την υποσημείωση που είχα γράψει για εκείνο το απόσπασμα: δηλαδή το πώς η πλατωνική αντίληψη περί Θεού, που καθιερώθηκε στη χριστιανική θεολογία από τα μέσα του 2ου αιώνα, προξένησε τις συνθήκες για την αρειανική διαμάχη και τη σταδιακή διαμόρφωση του περί Θεού δόγματος που κατέληξε στην Τριάδα. Το σημερινό μεταφρασμένο απόσπασμα είναι από βιβλίο του Andrew Louth, του σημαντικότερου ίσως εν ζωή Ορθόδοξου πατρολόγου διεθνώς.

Και ο Αθανάσιος και ο Άρειος είχαν ένα σαφώς διαμορφωμένο δόγμα σχετικά με την κτίση εκ του μη όντος [ή αλλιώς “δημιουργία εκ του μηδενός”]. Ίσως αυτό να μην προξενεί έκπληξη σε κάποιον που δεν έχει συνειδητοποιήσει ότι τούτο το δόγμα ήταν άγνωστο στην παγανιστική φιλοσοφία, αλλά εμφανίστηκε αργά-αργά και αβέβαια στην αρχαία χριστιανική θεολογία. Ακόμη και όταν συναντούμε εκφράσεις που το αναφέρουν, και μάλιστα με βεβαιότητα, παραμένει αβέβαιο αν όντως αυτό που εννοείται είναι ένα ακριβές δόγμα περί κτίσεως εκ του μη όντος. Για τον Αθανάσιο και τον Άρειο δεν έχουμε αμφιβολίες, διότι απαριθμούν τις εναλλακτικές περιπτώσεις και τις απορρίπτουν. Η κτίση εκ του μη όντος σημαίνει για αυτούς ότι υπάρχει πλήρης αντίθεση ανάμεσα στον Θεό και στην κτισμένη τάξη πραγμάτων, ανάμεσα στο άκτιστο και αυθύπαρκτο και στο κτισμένο εκ του μη όντος λόγω του θελήματος του Θεού. Δεν υπάρχει ενδιάμεση ζώνη μεταξύ Θεού και κόσμου.

Αρχικά οι προσπάθειες των χριστιανών να διατυπώσουν έναν τρόπο κατανόησης για τη σχέση του Θεού με τον κόσμο έγιναν μέσω χρήσης μια τέτοιας ενδιάμεσης ζώνης, την οποία ταύτισαν με τον Λόγο του Θεού (μια ιδέα που υπάρχει στον μέσο πλατωνισμό)[1]. Το πρόβλημα που τέθηκε από την αρειανική διαμάχη ήταν να υπάρξει τρόπος να επανεξετάσουν την κατανόηση της σχέσης του Θεού με τον κόσμο, τώρα που δεν παραδέχονταν μια τέτοια ενδιάμεση ζώνη, και τα συμπεράσματα από αυτή την επανεξέταση ήταν δραματικά: ο Άρειος ενέταξε τον Λόγο στην κτισμένη τάξη πραγμάτων· οι Ορθόδοξοι τον ενέταξαν στη σφαίρα του θείου (πλέον με την αυστηρή έννοια του όρου)[2]. Η Νίκαια θα μπορούσε να ειδωθεί, όπως λέει ο Friedo Ricken, ως “κρίση για τον αρχαίο χριστιανικό πλατωνισμό”. Οι Ορθόδοξοι ελευθέρωσαν τους εαυτούς τους από μια πτυχή του πλατωνισμού[3], οι επιπτώσεις της οποίας τώρα πια ήταν πλήρως κατανοητές, και κατέκτησαν ένα νέο επίπεδο σαφήνειας στην κατανόησή τους για την αποκάλυψη του χριστιανικού Θεού[4].—Andrew Louth, The Origins of the Christian Mystical Tradition: From Plato to Denys, Oxford University Press, 2007 (2η έκδ.), σελ. 73-4.


Υποσημειώσεις

[1] Το άρθρο για την προσέγγιση του González εξηγεί αυτή την πτυχή.

[2] Ο συγγραφέας προφανέστατα εννοεί ότι οι προηγούμενοι συγγραφείς, παρ’ ότι αποκαλούσαν θεό τον Λόγο, θεωρούσαν τη φύση του κατώτερη από τη φύση του Πατέρα του, του Δημιουργού των πάντων.

[3] Το «μια πτυχή» επίσης εννοεί ότι δεν έπαψε να υπάρχει ο πλατωνικός τρόπος αντίληψης περί Θεού, δηλαδή η ταύτισή Του με το όντως ον, αλλά όμως άλλαξε ο τρόπος προσέγγισης της σχέσης μεταξύ Θεού και κόσμου.

[4] Ο συγγραφέας παραδέχεται ότι στη Νίκαια υπήρχε μια νέα κατανόηση περί Θεού, την οποία, ως Ορθόδοξος κληρικός, τη θεωρεί πρόοδο σε σχέση με την προηγούμενη.

Γεγονότα γύρω από την αρειανική διαμάχη κατά τον Charles Freeman

To πανεπιστήμιο του Γέιλ εξέδωσε πέρσι ένα νέο βιβλίο για την ιστορία του πρωτοχριστιανισμού. Παρακάτω ακολουθεί μετάφραση σημαντικών αποσπασμάτων από τo κεφάλαιο 23, που πραγματεύεται την αντιλογία γύρω από τη φύση του Θεού κατά τον 4ο αιώνα.

«Οι θεολόγοι της αρχαίας εκκλησίας ήταν όλοι οπαδοί της δοξασίας της υποταγής, υπό την έννοια ότι πίστευαν πως ο Ιησούς ήταν, με κάποιον τρόπο, υποταγμένος στον Πατέρα. Η δοξασία της υποταγής ήταν ισχυρή επειδή υποστηριζόταν από μια πληθώρα εδαφίων, από την Παλαιά Διαθήκη, μέχρι τα Ευαγγέλια και τις επιστολές του Παύλου. Επίσης ταίριαζε καλά στον πλατωνισμό, ο οποίος τώρα παρείχε τη φιλοσοφική ραχοκοκκαλιά της χριστιανικής θεολογίας¹. Η αντίληψη του Αρείου για την Τριάδα, στην οποία το Άγιο Πνεύμα ήταν υποταγμένο στον Υιό, ο οποίος ήταν, με τη σειρά του, υποταγμένος στον Πατέρα, αντηχούσε την ιεραρχία των Μορφών του Πλάτωνα. […] Υπήρξαν αρκετές σύνοδοι μεταξύ 340 και 350 και οι περισσότερες αντιπροσώπευαν τη θέση της υποταγής. Μόνο στη λατινόφωνη Δύση υπήρχε εκδήλωση συμπάθειας σε μια φόρμουλα που να συγγενεύει με αυτήν της Νίκαιας, που να μιλάει για ίση μεγαλοπρέπεια μεταξύ Πατρός και Υιού, αλλά η Δύση ήταν ακόμη απομονωμένη και ο χριστιανισμός εκεί ήταν πολύ λιγότερο δημοφιλής από ό,τι ήταν στον ελληνόφωνο κόσμο. […] Παραδόξως ο Αθανάσιος, που υποστήριζε ότι έβαζε τις Γραφές πάνω από τη φιλοσοφία, ήταν έντονα ευάλωτος αν η αντιλογία βασιζόταν στις Γραφές. Έτσι, κατέφυγε στο τέχνασμα να κατατάξει όλους όσοι πίστευαν στην υποταγή ως οπαδούς του Αρείου και να τους επιτεθεί όλους ως αιρετικούς. Άρχισε να έρχεται το ένα φυλλάδιο πίσω από το άλλο κατά των αρειανών. Εν προκειμένω ο Αθανάσιος ήταν πλέον αδίστακτος. Όποιος του εναντιωνόταν πολιτικά ή θρησκευτικά έπρεπε να χαρακτηριστεί αρειανός. Λεγόταν ότι ο Διάβολος είχε εμπνεύσει τον Άρειο στο πώς να χρησιμοποιήσει τις Γραφές. Οι αρειανοί ήταν τόσο πονηροί, ώστε θα μπορούσαν να παρομοιαστούν μόνο με τη Λερναία Ύδρα, το θηρίο που τα κομμένα κεφάλια του έβγαζαν εκατοντάδες άλλα. Δεν ήταν καλύτεροι από τους Ιουδαίους ή είχαν διαφθαρεί από τη φιλοσοφία των παγανιστών. Αθροιστικά ήταν τόσο μεγάλος ο αντίκτυπος αυτού του υβρεολογίου, ώστε η διαμάχη έγινε γνωστή ως αρειανική, αν και ο Άρειος ήταν απλώς ένας μόνο από τους εκπροσώπους της παράδοσης της υποταγής. Δεν συντέλεσε καθόλου στο να ανεβεί στα μάτια των συγχρόνων του ο Αθανάσιος ως θεολόγος. Αυτό αποτελούσε άσκηση πολιτικής ισχύος, όχι φιλοσοφική αντιλογία. […] Οι τρεις περισσότερο φημισμένοι θεολόγοι της περιόδου [380] είναι οι Καππαδόκες Πατέρες, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός, ο Βασίλειος Καισαρείας και ο αδερφός του Βασιλείου, ο Γρηγόριος Νύσσης. Το επίτευγμά τους βασίζεται στην ικανότητά τους να χρησιμοποιούν την ελληνική φιλοσοφία για την ανάπτυξη μιας ορολογίας μέσω της οποίας θα μπορούσε να εκφραστεί η Τριάδα της Νίκαιας. […] Και οι τρεις τους ήταν βυθισμένοι στην παγανιστική φιλοσοφία. Ο Βασίλειος μάλιστα έγραψε ένα φυλλάδιο που προέτρεπε όλους τους χριστιανούς να γνωρίσουν με αρτιότητα τα παγανιστικά κείμενα πριν αρχίσουν να μελετούν τις Γραφές. […] Ο Γρηγόριος είχε διαβάσει σε βάθος τον Φίλωνα και τον Ωριγένη καθώς και τις Γραφές. […] Το κύριο επίτευγμα των Καπαδοκκών ήταν το να προσδιορίσουν το πώς κάθε ξεχωριστή υπόσταση, προσωπικότητα, του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, θα μπορούσε να υπάρξει μέσα στη μόνη Θεότητα. Πλεονεκτούσαν του Αθανασίου ως προς τη διανόηση στο ότι μπορούσαν να αντλήσουν στοιχεία από την παγανιστική φιλοσοφία χωρίς αναστολές. Μεγάλο μέρος της ορολογίας τους φαίνεται να προέρχεται, για παράδειγμα, από τον νεοπλατωνιστή φιλόσοφο Πλωτίνο, τον μεγαλύτερο πνευματικό νου του τρίτου αιώνα και έναν εκ των σπουδαιότερων φιλοσόφων του κλασικού κόσμου. Ο Πλωτίνος είχε επίσης διατυπώσει το αξίωμα ότι υπάρχουν τρεις θείες οντότητες, “το Εν”, ο “Νους” που διεισδύει στα πάντα, που μεταδίδει τις πλατωνικές Μορφές στον υλικό κόσμο, και η “Ψυχή του Κόσμου”. Αυτά μετέχουν μιας κοινής ουσίας αλλά το καθένα έχει διαφορετικό ρόλο, και εδώ πάλι ο Πλωτίνος χρησιμοποίησε τη λέξη “υπόστασις”. Έτσι, παρείχε το παγανιστικό πλαίσιο που θα μπορούσε να ενσωματωθεί στον χριστιανισμό».—Charles Freeman, A New History of Early Christianity, Yale University Press, 2009, σελ. 238-247.

Υποσημειώσεις

1. Η χρήση της φιλοσοφίας στη θεολογία—στα χνάρια του Ιουδαίου Φίλωνος—αρχίζει με τον Ιουστίνο τον Μάρτυρα (περ. 150) με σκοπό να ανταγωνιστεί επιτυχημένα ο χριστιανισμός τον ιουδαϊσμό και τον ελληνισμό. Τα πλατωνικά αξιώματα περί Θεού, όπως περί ανωνυμίας, αχρονικότητας, ατρεψίας, ακαταληψίας κ.λπ., εφαρμόστηκαν στον Πατέρα, ενώ ο Υιός ταυτίστηκε με τον συμπαντικό Λόγο, την ενδιάμεση δύναμη μεταξύ Θεού και κόσμου. Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε τις «Ρίζες της αρειανικής διαμάχης».